Δεν ανησυχούν οι τράπεζες από την αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 0,25%, καθώς η κίνηση αυτή αναμένεται να ενισχύσει τα καθαρά έσοδα από τόκους, χωρίς να δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την πιστωτική επέκταση.
Και αυτό γιατί η αύξηση είναι μεν αρκετή για να βελτιώσει τα επιτοκιακά έσοδα, αλλά ταυτόχρονα αρκετά περιορισμένη ώστε να μην επιβαρύνει ουσιαστικά τη ζήτηση για νέα δάνεια ή την εξυπηρέτηση των υφιστάμενων.
Η πρώτη αύξηση επιτοκίων από 2023 είναι πλέον γεγονός. Την προηγούμενη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έλαβε την απόφαση που ανέμεναν οι αγορές και προχώρησε σε αύξηση του βασικού της επιτοκίου κατά 0,25%.
Πρόκειται για την πρώτη αύξηση μετά από χρόνια και αποδίδεται στις εξελίξεις γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν και στις επιπτώσεις που αυτές αναμένεται να έχουν στον πληθωρισμό.
Το κατά πόσο η κίνηση αυτή αποτελεί την κατάλληλη απάντηση στο πρόβλημα μένει να αποδειχθεί στην πράξη, καθώς αρκετοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο σημερινός πληθωρισμός είναι κυρίως εισαγόμενος και ως εκ τούτου δύσκολα μπορεί να περιοριστεί μέσω της αύξησης των επιτοκίων. Με άλλα λόγια, οι τιμές του πετρελαίου δεν πρόκειται να υποχωρήσουν επειδή αυξήθηκαν τα επιτόκια.
Από την άλλη πλευρά, οι τράπεζες αναμένεται να ωφεληθούν από την εξέλιξη αυτή, ενώ σε περίπτωση που ακολουθήσει και δεύτερη αύξηση τα οφέλη θα είναι ακόμη μεγαλύτερα. Χρηματιστηριακά στελέχη τόνιζαν εδώ και εβδομάδες ότι μια ήπια αύξηση επιτοκίων θα μπορούσε να ενισχύσει τα έσοδα από τόκους, χωρίς παράλληλα να θέσει σε κίνδυνο την εξυπηρέτηση των δανείων ή την πιστωτική επέκταση.
Ήδη το τελευταίο διάστημα έχει καταγραφεί άνοδος στα επιτόκια των εταιρικών εκδόσεων.
Σε ό,τι αφορά τις τράπεζες, πριν από λίγες ημέρες η Beta ΑΧΕΠΕΥ είχε αναλύσει την επίδραση που θα είχε μια αύξηση επιτοκίων κατά 0,25% από την ΕΚΤ.
Τι κερδίζουν οι συστημικές τράπεζες
Όπως σημείωναν οι αναλυτές της χρηματιστηριακής για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, μια αύξηση των επιτοκίων τον Ιούνιο θα προσέθετε συνολικά 74 εκατ. ευρώ στα καθαρά έσοδα από τόκους (NII) κατά το οικονομικό έτος 2026, αντιστοιχώντας σε μέση βελτίωση 86 μονάδων βάσης σε σχέση με τις προβλέψεις.
Για την Τράπεζα Πειραιώς ανέφεραν ότι εμφανίζει τον υψηλότερο δείκτη ευαισθησίας σε σχέση με τις προβλέψεις (+1,08%). Ως εκ τούτου, η Πειραιώς αναδεικνύεται ως η τράπεζα που επωφελείται περισσότερο από μια αύξηση των επιτοκίων.
Για την Εθνική Τράπεζα σημείωναν ότι η εκτίμηση της διοίκησης για «χαμηλή μονοψήφια ανάπτυξη» αποτελεί την πιο συντηρητική υπόθεση μεταξύ των συστημικών τραπεζών.
Το καθαρό επιτοκιακό έσοδο είχε ήδη αγγίξει το χαμηλότερο σημείο του το τρίτο τρίμηνο του 2025, καταγράφοντας πτώση 9,8% σε ετήσια βάση, μετά τη μείωση των επιτοκίων της αγοράς κατά περίπου 150 μονάδες βάσης. Συνεπώς, μια αύξηση των επιτοκίων λειτουργεί θετικά για την Εθνική Τράπεζα.
Όσον αφορά τη Eurobank, η οποία διαθέτει τη μεγαλύτερη βάση καθαρών εσόδων από τόκους, η ετησιοποίηση του καθαρού τόκου του πρώτου τριμήνου, που διαμορφώθηκε στα 664 εκατ. ευρώ, δείχνει ότι ο όμιλος κατευθύνεται προς καθαρά έσοδα από τόκους ύψους περίπου 2,7 δισ. ευρώ για το οικονομικό έτος 2026.
Η Alpha Bank, από την πλευρά της, έχει διαμορφώσει σκόπιμα τον ισολογισμό της με τη μικρότερη ευαισθησία στα επιτόκια μεταξύ των ομοειδών τραπεζών, καθώς η ευαισθησία της ανέρχεται μόλις σε 20 εκατ. ευρώ ανά 25 μονάδες βάσης, περίπου στο μισό επίπεδο σε σχέση με την Εθνική Τράπεζα και την Τράπεζα Πειραιώς.
Πρόκειται για μια συνειδητή στρατηγική επιλογή που στοχεύει στην προστασία του καθαρού εισοδήματος από τόκους σε περιβάλλον πτωτικών επιτοκίων, μέσω αντισταθμίσεων κινδύνου και της σταθερότητας της καταθετικής βάσης.
Συνολικά, η Beta ΑΧΕΠΕΥ εκτιμά όφελος 19 εκατ. ευρώ στο δεύτερο εξάμηνο για τη Eurobank, 22 εκατ. ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς και την Εθνική Τράπεζα, καθώς και 11 εκατ. ευρώ για την Alpha Bank. Συνολικά, το όφελος για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες υπολογίζεται στα 74 εκατ. ευρώ.