Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης βρίσκεται ξανά το ζήτημα της παιδικής προστασίας στην Ελλάδα, με αφορμή την υπόθεση κακοποίησης ανηλίκου στην Κυψέλη. Ο Τομέας Πρόνοιας, Κοινωνικής Συνοχής και Πρόνοιας του ΠΑΣΟΚ, καθώς και η υπεύθυνη Κ.Τ.Ε. Οικογένειας και Κοινωνικής Συνοχής του κόμματος, Κατερίνα Καζάνη, επισημαίνουν σε ανακοίνωσή τους ότι η πολιτική ευθύνη είναι δεδομένη όταν το κράτος γνωρίζει τον κίνδυνο και το παιδί παραμένει απροστάτευτο.
Στην ίδια ανακοίνωση, επισημαίνεται ότι η υπόθεση της Κυψέλης επαναφέρει το ερώτημα για την αποτελεσματικότητα του συστήματος παιδικής προστασίας στη χώρα. Τονίζεται ότι όταν υπάρχουν αναφορές σχετικά με την κατάσταση ανηλίκων που φτάνουν στις αρμόδιες αρχές, η κοινωνία δικαιούται να γνωρίζει τη συνέχεια που δόθηκε. Ερωτήματα τίθενται σχετικά με το ποιος αξιολόγησε τον κίνδυνο, ποιος επισκέφθηκε την οικογένεια, ποιος μίλησε με τα παιδιά και ποιος παρακολούθησε την εξέλιξη της υπόθεσης, όπως και ποιος είχε την τελική ευθύνη ώστε η αρχική προειδοποίηση να μην χαθεί στη γραφειοκρατία.
Τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ τονίζουν ότι «η κυβέρνηση δεν μπορεί να απαντά με αρμοδιότητες» και ότι το αρμόδιο Υπουργείο οφείλει να δώσει σαφείς απαντήσεις. Επισημαίνουν πως η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να διαχέεται ανάμεσα σε Δήμους, κοινωνικές υπηρεσίες, εισαγγελικές αρχές και άλλους φορείς. Παράλληλα, καλούν την κυβέρνηση της ΝΔ να εξηγήσει γιατί παραμένουν σοβαρά κενά στη συνέχεια της φροντίδας, στον συντονισμό των υπηρεσιών και στην έγκαιρη παρέμβαση, ενώ υπογραμμίζουν ότι η πολιτική ηγεσία του αρμόδιου Υπουργείου δεν μπορεί να περιορίζεται σε διαπιστώσεις εκ των υστέρων.
Όπως σημειώνεται, η υπόθεση της Κυψέλης δεν πρέπει να κλείσει με μια ακόμη ανακοίνωση ή διοικητική έρευνα, αλλά απαιτείται πλήρης διερεύνηση της διαδρομής των αναφορών και σαφής αποτύπωση των ενεργειών κάθε εμπλεκόμενου φορέα. Ζητείται δημόσια απάντηση για τα σημεία στα οποία η αλυσίδα προστασίας λειτούργησε ή απέτυχε, ενώ τονίζεται ότι εάν αποδειχθούν παραλείψεις, αυτές πρέπει να έχουν συνέπειες.
Το ΠΑΣΟΚ επαναφέρει τις προτάσεις του για ενίσχυση του συστήματος παιδικής προστασίας, όπως:
- Κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους σε κάθε σχολική μονάδα για έγκαιρο εντοπισμό και προστασία.
- Δημόσια διεπιστημονικά κέντρα παιδικής προστασίας.
- Ενίσχυση των Εισαγγελιών Ανηλίκων με κοινωνικές υπηρεσίες.
- Ειδικά τμήματα παιδικής προστασίας στους ΟΤΑ.
- Συμβουλευτικούς σταθμούς παιδιού, εφήβου και οικογένειας.
- Ενιαίο πρωτόκολλο διαχείρισης περιστατικών κακοποίησης.
- Ουσιαστική διασύνδεση όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και συνεχή παρακολούθηση υποθέσεων υψηλού κινδύνου.