Απαντήσεις σε κρίσιμα ζητήματα όπως το κόστος της 13ης σύνταξης και του 13ου μισθού, καθώς και τη φορολογία μερισμάτων, δίνει με ανάρτησή του ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, επιχειρώντας να αποσαφηνίσει τη δημοσιονομική πραγματικότητα πίσω από τις πολιτικές υποσχέσεις.
Όπως αναφέρει, «όλοι συμφωνούμε ότι θέλουμε καλύτερους μισθούς και υψηλότερες συντάξεις κι ότι η ακρίβεια ροκανίζει ένα μέρος των αυξήσεων που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια». Το ζήτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο οι προτάσεις συνοδεύονται από ρεαλιστικά σχέδια χρηματοδότησης.
Σύμφωνα με τον υπουργό, με βάση τα στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού του 2026, η ετήσια δαπάνη για συντάξεις ανέρχεται σε 35,6 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 2,5 δισ. ευρώ μηνιαίως. Αντίστοιχα, η ετήσια δαπάνη για μισθούς δημοσίων υπαλλήλων φτάνει τα 21,6 δισ. ευρώ ή περίπου 1,5 δισ. ευρώ τον μήνα.
Όποιος, συνεπώς, υπόσχεται 13η σύνταξη και 13ο μισθό στο Δημόσιο, πρέπει να εξηγήσει πώς θα εξασφαλίσει επιπλέον 4 δισ. ευρώ ετησίως για να καλύψει αυτές τις μόνιμες δαπάνες. «Πού θα βρεθούν αυτά τα 4 δισ. ευρώ;» διερωτάται ο κ. Σκέρτσος.
Η φορολογία μερισμάτων και επιχειρήσεων
Ο υπουργός αναφέρεται και στη συζήτηση για τη φορολόγηση των μερισμάτων, σημειώνοντας ότι το 2019, με συντελεστή 10%, τα έσοδα του Δημοσίου ήταν 173 εκατ. ευρώ, ενώ το 2024, με συντελεστή 5%, ανήλθαν στα 386 εκατ. ευρώ. Κατά τον ίδιο, αυτό αποδεικνύει ότι ο χαμηλότερος συντελεστής είναι πιο αποδοτικός για την οικονομία και τα δημόσια έσοδα.
Όπως τονίζει, η υψηλότερη φορολογία μερισμάτων δεν πλήττει τους μετόχους αλλά την οικονομία, καθώς ωθεί τις επιχειρήσεις να μεταφέρουν κέρδη ή επενδύσεις σε χώρες με ευνοϊκότερο φορολογικό περιβάλλον.
Αναφορικά με τη φορολογία των επιχειρήσεων, ο κ. Σκέρτσος υπενθυμίζει ότι το 2019, με συντελεστή 28%, τα έσοδα ήταν 4,4 δισ. ευρώ, ενώ το 2025, με συντελεστή 22%, ανήλθαν στα 8,2 δισ. ευρώ. Η αύξηση αυτή, όπως επισημαίνει, δείχνει πως η μείωση των φόρων ενισχύει την οικονομική δραστηριότητα και τα δημόσια έσοδα.
Η ανάγκη δημοσιονομικής σοβαρότητας
Ο υπουργός υπογραμμίζει ότι οι μόνιμες δαπάνες απαιτούν μόνιμες πηγές χρηματοδότησης, καθώς το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο δεν επιτρέπει την κάλυψή τους μέσω προσωρινών μέτρων.
Επομένως, όποιος προτείνει νέες μόνιμες παροχές, οφείλει να εξηγήσει ποιους φόρους θα αυξήσει ή ποιες δαπάνες θα μειώσει, αλλά και ποια θα είναι η επίδραση στην οικονομία, τις επενδύσεις και την απασχόληση.
Καταλήγοντας, ο κ. Σκέρτσος σημειώνει ότι η πολιτική ευθύνη απαιτεί ειλικρίνεια απέναντι στους πολίτες σχετικά με το τι μπορεί να γίνει, πόσο κοστίζει και ποιος θα το πληρώσει.
«Όποιος ζητά την εμπιστοσύνη της κοινωνίας οφείλει να παρουσιάζει όχι μόνο το 'τι', αλλά και το 'πώς'», καταλήγει, υπογραμμίζοντας τη διαφορά ανάμεσα στη δημοσιονομική σοβαρότητα και τον φορολογικό λαϊκισμό.