Στη διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος αναφέρθηκε ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ, Θανάσης Κοντογεώργης, σε συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό RealFm, με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα στη Χίο.
Όπως τόνισε, βασικοί άξονες της κυβερνητικής πολιτικής είναι η διπλωματία, η αποτρεπτική πολιτική και το θεσμικό πλαίσιο σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σε ό,τι αφορά τη συνεργασία με την Τουρκία, σημείωσε πως βρίσκεται σε καλύτερο επίπεδο σε σύγκριση με το παρελθόν, χωρίς ωστόσο να έχουν λυθεί όλα τα προβλήματα.
Επεσήμανε ότι, σε περιπτώσεις όπως αυτή της Χίου, υπάρχει διυπηρεσιακή συνεργασία με τις τουρκικές αρχές για τον εντοπισμό των κυκλωμάτων διακινητών, τα οποία εκμεταλλεύονται ανθρώπους και αψηφούν τη ζωή τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, οι μεταναστευτικές ροές παρουσιάζουν βελτίωση, καθώς οι αφίξεις το 2025 είναι μειωμένες κατά 13.000 σε σχέση με το 2024.
Απαντώντας στην κριτική της αντιπολίτευσης για τη διαχείριση του μεταναστευτικού, ο υφυπουργός υπογράμμισε ότι η μείωση των ροών αποτελεί απόδειξη της αποτελεσματικότητας της κυβερνητικής πολιτικής και διαβεβαίωσε πως η κυβέρνηση θα συνεχίσει με δίκαιη και αυστηρή στάση.
Σχετικά με τη συζήτηση για τον «δημοσιονομικό κανόνα» στην αναθεώρηση του Συντάγματος, ο κ. Κοντογεώργης επισήμανε πως πρόκειται για αναγκαιότητα με νομικούς, πολιτικούς και οικονομικούς λόγους, λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία της χώρας και αντίστοιχες ευρωπαϊκές πρακτικές.
Παράλληλα, εξέφρασε απορία για τη στάση της αντιπολίτευσης να απορρίπτει κάθε συζήτηση επί των αναθεωρητέων άρθρων, τονίζοντας πως έτσι ακυρώνεται μια σημαντική θεσμική διαδικασία που απαιτεί συναινέσεις.
Τόνισε ότι η πολιτική στάση αυτή προδικάζει το αποτέλεσμα της διαδικασίας και υπονομεύει τη δυνατότητα ουσιαστικού διαλόγου για τη βελτίωση της δημοκρατίας.
Αναφερόμενος στην επικείμενη συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον Πρόεδρο της Τουρκίας, ο κ. Κοντογεώργης ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση προσέρχεται στον διάλογο με σαφείς θέσεις και ενισχυμένη αποτρεπτική και διπλωματική ισχύ.
Υπογράμμισε πως στόχος παραμένει η διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, αλλά και η δημιουργία συνθηκών ειρηνικής συνύπαρξης μέσω ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας σε ζητήματα χαμηλής έντασης.
Κατέληξε ότι ο διάλογος δεν αποτελεί αυτοσκοπό και πως η κυβέρνηση λειτουργεί με υπευθυνότητα και σοβαρότητα.