Η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επιβεβαίωσε την πρόθεσή της να διακόψει «όλους τους οικονομικούς πόρους» του Ιράν, απευθύνοντας προειδοποίηση προς κάθε χώρα που εξακολουθεί να «υποστηρίζει» την Τεχεράνη. Από την πλευρά της, η ιρανική κυβέρνηση διαμηνύει ότι θα υπάρξει «νέα ήττα» για την Ουάσιγκτον.
Σε συνέντευξη Τύπου στην Ουάσιγκτον, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ αναφέρθηκε σε επικείμενες «δευτερογενείς» κυρώσεις που θα πλήξουν όχι μόνο το Ιράν, αλλά και εμπορικούς του εταίρους. Οι κυρώσεις αφορούν τον χρυσό, την τεχνολογία, ψηφιακούς πόρους, την αεροπορία και τις θαλάσσιες μεταφορές.
Παράλληλα, δεν δόθηκαν λεπτομέρειες για το πότε θα εφαρμοστούν οι νέες αμερικανικές κυρώσεις, ούτε για το ποιες χώρες ενδέχεται να βρεθούν στο στόχαστρο. Η Κίνα, ως δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως, καταναλώνει σημαντικές ποσότητες ιρανικού πετρελαίου.
Ο κ. Μπέσεντ τόνισε ότι «το Ιράν έχει μπροστά του πολύ ξεκάθαρη επιλογή, ανάμεσα σε μόνο δυο πιθανούς δρόμους: την πλήρη απομόνωση (...) ή την επιστροφή προς την ομαλότητα και την πιθανότητα επανένταξης στην παγκόσμια οικονομία».
Η προειδοποίηση επεκτείνεται και προς τις υπόλοιπες χώρες, καθώς όσες δεν συμμετέχουν στα αμερικανικά μέτρα είτε θα συμβάλουν «στην απομόνωση του Ιράν» είτε θα αντιμετωπίσουν κυρώσεις, ακόμη και έξωση από «το σύστημα του δολαρίου».
«Θα αποδώσουμε στον καθένα τις ευθύνες του», δήλωσε ο Σκοτ Μπέσεντ, προειδοποιώντας ότι «κανένας δεν πρέπει να δοκιμάσει τη θέλησή μας» όσον αφορά την «οικονομική ασφυξία του καθεστώτος».
Την προηγουμένη, ο ίδιος είχε υποσχεθεί στο Ιράν την «οικονομική D-Day», χρησιμοποιώντας όρο που παραπέμπει στην απόβαση των συμμάχων στη Νορμανδία, με στόχο να διακοπούν τα τελευταία «σωσίβια» της Τεχεράνης. Οι διπλωματικές προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά του Ιράν, παραμένουν σε αδιέξοδο.
Στην ιρανική κρατική τηλεόραση, ο υπουργός Οικονομίας Αλί Μαντανιζαντέχ δήλωσε ότι οι απειλές θα οδηγήσουν σε «νέα ήττα» για τις ΗΠΑ, αναφέροντας πως η Τεχεράνη έχει εκπονήσει «διετές σχέδιο» για την αντιμετώπιση των κυρώσεων.
Πριν από τη συνέντευξη Τύπου του Σκοτ Μπέσεντ, το Πεκίνο, στρατηγικός εταίρος της Τεχεράνης, εκτίμησε ότι «οι κυρώσεις και η πίεση» της Ουάσιγκτον δεν θα επιλύσουν τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Ο αμερικανός υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ τόνισε ότι η μέγιστη οικονομική πίεση δεν αποκλείει τη συνέχιση των αμερικανικών βομβαρδισμών, αν αυτό κριθεί αναγκαίο.
Στην καρδιά του πολέμου βρίσκεται το στρατηγικής σημασίας στενό του Ορμούζ, από το οποίο διερχόταν προπολεμικά το ένα πέμπτο των παγκόσμιων υδρογονανθράκων. Το στενό παραμένει κλειστό από την Τεχεράνη, με εξαίρεση λίγες ημέρες τους τελευταίους έξι μήνες, γεγονός που έχει προκαλέσει άνοδο στις τιμές των καυσίμων και αυξημένη πίεση στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ενόψει των βουλευτικών εκλογών τον Νοέμβριο.
Το Ιράν αποκλείει επιστροφή στην προπολεμική κατάσταση στο στενό και συζητά συμφωνία με το Ομάν για τους όρους διέλευσης. Ο επικεφαλής της διπλωματίας του Ομάν Μπαντ Αλμπουσάιντι αναμένεται στην Τεχεράνη σήμερα.
Ενδεικτικό των κινδύνων στη θαλάσσια περιοχή είναι το περιστατικό με πετρελαιοφόρο που χτυπήθηκε από «άγνωστο βλήμα» ανοικτά του Ομάν, σύμφωνα με τη βρετανική υπηρεσία ενημέρωσης για την ασφάλεια της ναυτιλίας UKMTO.
Παρά τη σκληρή στάση της Τεχεράνης, ο ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν παραδέχεται ότι η χώρα αντιμετωπίζει «πολλές οικονομικές δυσκολίες», μετά από δεκαετίες κυρώσεων.
«Το Ιράν πρέπει να κάνει συμβιβασμούς τώρα», ανέφερε η φαρμακοποιός Σάρα Χασανμπεϊγκί στην Τεχεράνη, προσθέτοντας πως «η κατάσταση είναι αληθινά πολύ δύσκολη» και εκφράζοντας αμφιβολίες για το κατά πόσο οι πολίτες μπορούν να αντέξουν περισσότερο.
Στις 22 Ιουλίου, ο πληθωρισμός στο Ιράν έφτασε το 66% σε ετήσια βάση, έναντι 46% τον Φεβρουάριο, ενώ το ριάλ συνέχισε να υποχωρεί, με την ισοτιμία να διαμορφώνεται σε 1,88 εκατ. προς ένα δολάριο, από 1,65 εκατ. πριν τον πόλεμο.
Σύμφωνα με την εταιρεία Kpler, ο αμερικανικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών οδήγησε σε σημαντική μείωση των εξαγωγών αργού: από 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως προπολεμικά, στα μόλις 0,4 εκατ. στα μέσα Αυγούστου, το χαμηλότερο επίπεδο από την έναρξη της ένοπλης σύρραξης.