Σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε το προεδρείο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΔΣΑ), τέθηκε ανοιχτό το ενδεχόμενο προσφυγής στο δικαστήριο του Στρασβούργου κατά της πράξης του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, με την οποία δεν έγινε η ανάσυρση της δικογραφίας για τις τηλεφωνικές υποκλοπές από το αρχείο.
Ο πρόεδρος του ΔΣΑ Ανδρέας Κουτσόλαμπρος τόνισε ότι η παρουσία του προεδρείου καταδεικνύει την ενότητα του σώματος και την κοινή θέση όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου σχετικά με την αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Όπως σημείωσε, όλες οι προτάσεις που κατατέθηκαν προς ψήφιση ανέδειξαν την αντίθεση στην απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθώς «απαιτείται περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης».
Ο κ. Κουτσόλαμπρος υπογράμμισε ότι η διατήρηση της δικογραφίας στο αρχείο είναι αντίθετη με το ποινικό δόγμα, το Κράτος Δικαίου και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επεσήμανε ακόμη ότι «ο ίδιος εισαγγελικός λειτουργός επόπτευε την ΕΥΠ κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα» και δήλωσε πως ο ΔΣΑ σκοπεύει να αναδείξει το ζήτημα στα ευρωπαϊκά fora.
Νομικές προοπτικές και ευρωπαϊκή διάσταση
Ο ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ Νίκος Αλιβιζάτος σημείωσε ότι, σύμφωνα με τα πρόσφατα ευρωπαϊκά κριτήρια, υπάρχει νομική βάση για να ευδοκιμήσει μια προσφυγή στο Στρασβούργο κατά της πράξης του κ. Τζαβέλλα. Όπως ανέφερε, ο ΔΣΑ έχει προθεσμία τεσσάρων μηνών για να προσφύγει στο ΕΔΔΑ.
Η αντιπρόεδρος του ΔΣΑ Χριστίνα Τσαγκλή επισήμανε ότι η πλειοψηφία του Διοικητικού Συμβουλίου θεωρεί πως υπάρχει «μια πρωτοφανής απόπειρα συγκάλυψης» στην υπόθεση των υποκλοπών, η οποία «κλονίζει τα θεμέλια του πολιτεύματος».
Θεσμικές παρεμβάσεις και προτάσεις
Ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης και πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ Αντώνης Ρουπακιώτης ανέδειξε την ανάγκη, κατά την επόμενη συνταγματική αναθεώρηση, να αλλάξει ο τρόπος επιλογής των ηγεσιών των ανωτάτων δικαστηρίων και η σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, ώστε να μην συμμετέχουν μόνο δικαστές και εισαγγελείς.
Ο δικηγόρος Βασίλης Χειρδάρης, στις γραπτές θέσεις του, υπογράμμισε ότι «η πολιτεία έχει θεσμοθετήσει για τους δικηγορικούς συλλόγους έναν άτυπο μηχανισμό παρέμβασης για την προάσπιση του κράτους δικαίου», καθιστώντας τους ενεργούς θεματοφύλακες του δημοσίου συμφέροντος και των θεσμών.
Επιπλέον, ο κ. Χειρδάρης ανέφερε ότι το ΕΔΔΑ έχει ασχοληθεί εκτενώς με ζητήματα υποκλοπών, κρίνοντας ότι η απουσία ουσιαστικού και ανεξάρτητου δικαστικού ελέγχου σε μέτρα παρακολούθησης συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Τόνισε επίσης πως οι παράνομες υποκλοπές δημοσιογράφων, πολιτικών και επιχειρηματιών αποτελούν ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος που αγγίζει τα θεμέλια της δημοκρατίας και ότι το Στρασβούργο απαιτεί πλήρη και ενδελεχή έρευνα από τα εθνικά δικαστήρια.
Τη συνέντευξη Τύπου συντόνισε ο γενικός γραμματέας του ΔΣΑ Κώστας Καρέτσος.