Οι δυσανάλογες τιμές σε σχέση με την ποιότητα των διαμερισμάτων προς πώληση, αλλά και το σημαντικά γερασμένο απόθεμα κατοικιών, είναι ένα βασικό πρόβλημα της σημερινής αγοράς ακινήτων στην Ελλάδα, που δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις στην αγορά.
Συγκεκριμένα, πάνω από το 60% του στοκ ακινήτων είναι άνω των 30 ετών, ενώ περίπου το 40% επί του συνόλου είναι χτισμένα τις δεκαετίες του 1970 και 1980, χωρίς να έχουν υποβληθεί σε κάποια μεγάλη ανακαίνιση έκτοτε. Αντιστοίχως, μόλις το 22,7% των ακινήτων θεωρούνται καινούργια, δηλαδή είναι χτισμένα από το 2020 και έπειτα.
Ωστόσο, πολλοί ιδιοκτήτες ζητούν δυσανάλογα ποσά σε σχέση με την παλαιότητα των διαμερισμάτων, δημιουργώντας μια φαινομενική προσφορά, η οποία όμως είναι πλασματική, αφού σημαντικό ποσοστό των κατοικιών που βρίσκονται σε αγγελίες προς πώληση ή ενοικίαση δεν πληρούν βασικές προδιαγραφές, ενώ παράλληλα κοστολογούνται σχεδόν σαν νεόδμητα.
Τα στοιχεία προέρχονται από σχετική έρευνα της Prosperty, σύμφωνα με την οποία μόλις 1 στα 10 ακίνητα προς πώληση είναι ανακαινισμένο (δεν υπολογίζονται αυτά που χτίστηκαν μετά το 2020), δηλαδή περίπου 10.500 κατοικίες, ενώ τα μη ανακαινισμένα αγγίζουν τα 89.500 σπίτια. Αυτό είναι και μέρος της αιτίας που το 85% των σπιτιών που βρίσκονται σε αγγελία για πώληση ή ενοικίαση μένουν στα «αζήτητα» για 6-24 μήνες.
Πρόβλημα και η έλλειψη οικοπέδων
Σύμφωνα με την Prosperty, εκτός από το γερασμένο απόθεμα ακινήτων και την αναντιστοιχία μεταξύ ποιότητας και ζητούμενης τιμής, βασικό «αγκάθι» της ελληνικής αγοράς ακινήτων είναι η έλλειψη μεγάλων οικοδομήσιμων οικοπέδων.
Με την Αθήνα να πλησιάζει τον κορεσμό όσον αφορά στη δόμηση, το γεγονός πως μόλις το 22% των οικοπέδων στην Αθηνα ξεπερνούν τα 1.000 τ.μ. και είναι κατάλληλα για επενδύσεις αναδεικνύεται σε σημαντικό πρόβλημα.
Για παράδειγμα, στο Κέντρο της Αθήνας, τα οικόπεδα άνω των 1.000 τ.μ. είναι μόλις 158, δηλαδή το 6% του διαθέσιμου αποθέματος, ενώ στα Νότια Προάστια τα μεγάλα οικόπεδα αντιστοιχούν μόλις στο 10% του συνόλου. Περισσότερες ευκαιρίες υπάρχουν στα Βόρεια και τα Ανατολικά Προάστια, με 31% και 33% αντίστοιχα, όπου ακόμη τα όρια είναι πιο «ανοιχτά».
Περιζήτητες, αλλά δυσεύρετες οι προσιτές κατοικίες
Παράλληλα, τα οικονομικά σπίτια προς πώληση συνεχίζουν να αποτελούν «βελόνα στα άχυρα». Σχετική έρευνα του Uniko αποκαλύπτει πως η μεγαλύτερη έλλειψη εντοπίζεται σε προσιτά σπίτια κάτω από 150.000 ευρώ, τα οποία όμως συγκεντρώνουν το 52% της ζήτησης.
Παράλληλα, όσο αυξάνεται η ζητούμενη τιμή, τόσο μειώνεται το έλλειμμα κατοικιών, καθώς υπάρχει σημαντικά μεγαλύτερο διαθέσιμο στοκ ακινήτων με τιμή πάνω από τις 400.000 ευρώ, η οποία όμως είναι υπέρμετρη της ζήτησης, αφού μόλις το 14% των αγοραστών ενδιαφέρεται για luxury ακίνητα.
Συνεπώς, η έντονη ασυμμετρία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στην αγορά κατοικίας αναδεικνύεται ως μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η ελληνική αγορά ακινήτων.
Ενδεικτικά, ο αριθμός των διαμερισμάτων που έχουν τιμή άνω των 200.000 ευρώ είναι υπερδιπλάσιος αυτών που έχουν τιμή κάτω από το ποσό αυτό, ενώ στους αγοραστές η εικόνα είναι ακριβώς αντίθετη, δηλαδή αναζητούν πιο οικονομικά σπίτια.
Γιατί αυξάνεται διαρκώς η ζήτηση για κατοικία
Η συνεχιζόμενη γήρανση του στοκ ακινήτων στην Ελλάδα και η συνολικά περιορισμένη προσφορά συνοδεύεται και από διαρκή αύξηση της ζήτησης, η οποία είναι αποτέλεσμα πολλών κοινωνικών αλλαγών και παραγόντων, υπογραμμίζει η Prosperty.
Αρχικά, η κουλτούρα των νέων σιγά σιγά αλλάζει και πλέον προσπαθούν να φύγουν νωρίτερα από το σπίτι των γονιών τους. Παράλληλα, δεν παντρεύονται τόσο νωρίς και προτιμούν την ανεξαρτησία τους, επομένως ο αριθμός ατόμων που θέλουν να μένουν μόνοι τους έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.
Σε αυτό έρχεται να προστεθεί και η άνοδος των διαζυγίων, η οποία «σπάει» τον πληθυσμό σε περισσότερα νοικοκυριά, τροφοδοτώντας την ανάγκη για στέγη, ενώ η ζήτηση από τους φοιτητές είναι και αυτή αυξημένη στις πόλεις με πανεπιστήμια, οι οποίες στο σύνολό τους χαρακτηρίζονται από έλλειψη φοιτητικής στέγης.