Τον απολογισμό του ΟΔΔΗΧ για το 2025 παρουσίασε σήμερα στο Υπουργικό Συμβούλιο ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, δίνοντας έμφαση στη μείωση του δημόσιου χρέους, την πλήρη κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας και τη διατήρηση χαμηλού κόστους δανεισμού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το Ελληνικό Δημόσιο άντλησε το 2025 περίπου 7,7 δισ. ευρώ από τις αγορές, με ευνοϊκούς όρους, ενώ κάλυψε πλήρως τις χρηματοδοτικές του ανάγκες.
Παράλληλα, προχώρησε σε πρόωρες αποπληρωμές ύψους 5,3 δισ. ευρώ από παλαιά δάνεια του 2010.
Η διαχείριση του χρέους οδήγησε σε μείωση του συνολικού χρέους κατά περίπου 2,2 δισ. ευρώ, ενώ το καθαρό χρέος, μετά την αφαίρεση των ταμειακών διαθεσίμων, μειώθηκε κατά 5,5 δισ. ευρώ.
Όπως επισημάνθηκε, οι παρεμβάσεις αυτές περιόρισαν τους κινδύνους από επιτόκια και συναλλαγματικές διακυμάνσεις και διασφάλισαν όφελος περίπου 2,6 δισ. ευρώ σε βάθος χρόνου.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, το οποίο παραμένει κάτω από το 1,8% σε ετήσια βάση, περιλαμβανομένων και των αναβαλλόμενων τόκων.
Η μέση διάρκεια του χρέους ξεπερνά τα 18 έτη, στοιχείο που ενισχύει τη σταθερότητα και μειώνει την έκθεση της χώρας σε βραχυπρόθεσμες αναταράξεις.
Στο υπουργικό συμβούλιο τονίστηκε ακόμη ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, περίπου στο 5,4% του ΑΕΠ μακροπρόθεσμα, ενώ ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά περίπου 63 ποσοστιαίες μονάδες από το 2020.
«Η Ελλάδα μειώνει το χρέος της και το καθιστά ολοένα πιο βιώσιμο, χωρίς να μετακυλίει βάρη στις επόμενες γενιές», ήταν το βασικό μήνυμα της παρουσίασης.
Σύμφωνα με τον απολογισμό, η εμπιστοσύνη των αγορών προς την Ελλάδα παραμένει ισχυρή, με υψηλή ζήτηση για τα ελληνικά ομόλογα και επιτόκια που έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα χαμηλότερα από χώρες όπως η Ιταλία, ενώ η χώρα προσεγγίζει πλέον τις αποδόσεις κρατών όπως η Ισπανία και η Γαλλία.
Όπως σημειώθηκε, η Ελλάδα θεωρείται πλέον αξιόπιστος εκδότης χρέους με επενδυτική βαθμίδα, γεγονός που δημιουργεί προϋποθέσεις για ακόμη καλύτερους όρους δανεισμού στο μέλλον και ενισχύει τη συνολική οικονομική σταθερότητα.