Η ψήφιση του νέου Χάρτη Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων χαρακτηρίστηκε ως εθνική ανάγκη από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας, Νίκο Δένδια, κατά την ολοκλήρωση της συζήτησης του σχετικού νομοσχεδίου στη Βουλή.
Ο κ. Δένδιας απευθύνθηκε στην εθνική αντιπροσωπεία, κάνοντας ιδιαίτερες αναφορές τόσο στην αντιπολίτευση όσο και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας.
Ο υπουργός τόνισε ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης, κυρίως όσα έχουν κυβερνήσει, δεν ανέλαβαν την ευθύνη να στηρίξουν μια νομοθετική πρωτοβουλία που αποσκοπεί στη διόρθωση χρόνιων προβλημάτων στις Ένοπλες Δυνάμεις.
Παράλληλα, ευχαρίστησε τους βουλευτές της συμπολίτευσης για τη στήριξή τους στο νομοσχέδιο, παρά το πολιτικό κόστος και τις κοινωνικές αντιδράσεις.
Σχετικά με την αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης, ο κ. Δένδιας επισήμανε πως η Ελλάδα, αν και διατηρούσε παραδοσιακές δομές όπως η ίλη ιππικού, υστερούσε σε σύγχρονα μέσα όπως τα drones.
Υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιχειρεί να εκσυγχρονίσει τις Ένοπλες Δυνάμεις, μέσω σειράς νομοθετικών παρεμβάσεων για την καινοτομία, την υγεία, τα εξοπλιστικά προγράμματα και τη δομή δυνάμεων.
Ο υπουργός αναφέρθηκε επίσης στην αύξηση μισθών, το μεγαλύτερο στεγαστικό πρόγραμμα για στρατιωτικούς, τη νέα πολιτική για τα στρατιωτικά πρατήρια και τα μέτρα κοινωνικής στήριξης.
Τόνισε ότι στόχος είναι η διατήρηση της κοινωνικής ενότητας και η αποτροπή δημιουργίας κοινωνίας δύο ταχυτήτων, επισημαίνοντας τον κοινωνικό ρόλο της Νέας Δημοκρατίας.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, ο κ. Δένδιας απέρριψε ισχυρισμούς της αντιπολίτευσης περί αλλαγής της πάγιας ελληνικής πολιτικής στο διεθνές δίκαιο, παρουσιάζοντας σχετικά έγγραφα.
Υπογράμμισε ότι οι μεταρρυθμίσεις στις Ένοπλες Δυνάμεις είναι απαραίτητες για την προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας, όχι για επιθετικούς σκοπούς ή για λογαριασμό του ΝΑΤΟ.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη στάση της Τουρκίας, την οποία χαρακτήρισε ασύμβατη με το διεθνές δίκαιο και επιζήμια για τα ελληνικά συμφέροντα. Επισήμανε ότι απαιτείται εθνική ομοψυχία στα θέματα των Ενόπλων Δυνάμεων και όχι φατριασμός.
Ο κ. Δένδιας επεσήμανε ότι η Νέα Δημοκρατία αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος με γνώμονα την εθνική ανάγκη και δεσμεύτηκε ότι θα καταβληθεί κάθε προσπάθεια ώστε η χώρα να μην βρεθεί ποτέ ξανά σε αδύναμη θέση έναντι εξωτερικών απειλών.
Τοποθετήσεις κυβέρνησης και αντιπολίτευσης
Ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας, Αθανάσιος Δαβάκης, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο ως ένα νέο σύστημα διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού των Ενόπλων Δυνάμεων, το οποίο θα οδηγήσει σε μια πιο καταρτισμένη και αποτελεσματική δύναμη με ισχυρή βάση οπλιτών και ενεργή εφεδρεία.
Τόνισε ότι οι αλλαγές δεν συνεπάγονται απώλειες ή υποβαθμίσεις και ότι η μετάβαση θα γίνει ομαλά σε βάθος εικοσαετίας.
Ο κ. Δαβάκης απάντησε επίσης σε κριτικές για υλοποίηση ντιρεκτίβας του ΝΑΤΟ, διευκρινίζοντας ότι η σχετική οδηγία αφορά την οργάνωση των δυνάμεων της Συμμαχίας συνολικά και όχι των επιμέρους κρατών-μελών.
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Ελληνικής Λύσης, Κωνσταντίνος Χήτας, επεσήμανε το περιορισμένο ενδιαφέρον βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας στη συζήτηση.
Η Σία Αναγνωστοπούλου (Νέα Αριστερά) ζήτησε διευκρινίσεις για το μοντέλο των Ενόπλων Δυνάμεων που επιδιώκει η κυβέρνηση και επέκρινε το νομοσχέδιο για υποβάθμιση των υπαξιωματικών.
Ο Κωνσταντίνος Μπάρκας (ΣΥΡΙΖΑ) προειδοποίησε για τον κίνδυνο μαζικών παραιτήσεων υπαξιωματικών, ενώ ο Νίκος Καραθανασόπουλος (ΚΚΕ) κατήγγειλε ότι το νέο μοντέλο εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου και των επιχειρηματικών ομίλων.
Ο Δημήτρης Μάντζος (ΠΑΣΟΚ) υπογράμμισε ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι κυρίως οι άνθρωποί τους και άσκησε κριτική για την υποτίμηση του προσωπικού. Ο Σπύρος Τσιρώνης ("Νίκη") αναφέρθηκε στην ανάγκη σεβασμού προς όσους υπερασπίστηκαν την πατρίδα στο παρελθόν.
Ο Αλέξανδρος Καζαμίας (Πλεύση Ελευθερίας) υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο υλοποιεί εντολές του ΝΑΤΟ σχετικά με την εξέλιξη των υπαξιωματικών και εξέφρασε ανησυχίες για το ηθικό του προσωπικού.
Τέλος, η αντιπολίτευση συνολικά τόνισε ότι δεν παρουσιάστηκαν επαρκή στοιχεία για την αναγκαιότητα της νομοθετικής πρωτοβουλίας και επέμεινε στην ανάγκη απόσυρσής της, επισημαίνοντας ότι η υποτίμηση των υπαξιωματικών αποτυπώθηκε τόσο στις διατάξεις όσο και στις δηλώσεις του υπουργού.