Το ούζο της Λέσβου ξεχωρίζει για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και το μοναδικό του άρωμα. Κάποιοι αποδίδουν τη διαφορά στο νερό του τόπου, άλλοι στη μυστική οικογενειακή συνταγή ή στη μέθοδο απόσταξης. Όλοι όμως συμφωνούν σε ένα σημείο: το «μυστικό» βρίσκεται στον γλυκάνισο του Λισβορίου, στο νότιο τμήμα της κεντρικής χερσονήσου του νησιού. Πρόκειται για το βασικό αρωματικό συστατικό που καθορίζει την ταυτότητα του ούζου της Λέσβου, το οποίο αντιπροσωπεύει πάνω από τη μισή παραγωγή ούζου στην Ελλάδα.
Η παραγωγή ούζου στη Λέσβο άνθισε τον 19ο αιώνα, όταν το λιμάνι της Μυτιλήνης αποτελούσε εμπορικό κόμβο με έντονη εξαγωγική δραστηριότητα προς την Κωνσταντινούπολη. Μετά το 1880 λειτουργούσαν στο νησί 18 αποστακτήρια, ενώ την περίοδο 1917-1918 καταγράφονται επισήμως 17. Η παράδοση της απόσταξης έφτασε στη Λέσβο μέσω Ελλήνων μεταναστών και προσφύγων από τη Μαύρη Θάλασσα και τις μικρασιατικές ακτές. Το ούζο της Λέσβου παρασκευάζεται από γεωργική αλκοόλη, εμπλουτισμένη με γλυκάνισο και άλλα αρωματικά φυτά, με κάθε ποτοποιία να διατηρεί τη δική της συνταγή που περνά από γενιά σε γενιά.
Ο Θοδωρής Χατζηπαναγιώτης, πρόεδρος της Κοινότητας Λισβορίου τα τελευταία 20 χρόνια, περιγράφει ένα χωριό του Δήμου Δυτικής Λέσβου με μόλις 160 μόνιμους κατοίκους. Μας υποδέχεται στον αύλειο χώρο του παλιού δημοτικού σχολείου, το οποίο παραμένει κλειστό από το 2011 «λόγω έλλειψης παιδιών», όπως σημειώνει. Τα λίγα παιδιά του χωριού φοιτούν σε σχολεία του Πολιχνίτου, της Καλλονής και της Μυτιλήνης.
Ο ίδιος αναφέρει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το δημογραφικό. «Φθίνουμε», λέει χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως η κοινότητα έχει ενσωματώσει ορισμένους μετανάστες, κυρίως Αλβανούς, που δημιούργησαν οικογένειες και έχουν πλέον ριζώσει στον τόπο. «Η πατρίδα είναι εκεί που γεννιέσαι, μεγαλώνεις και έχεις τα παιδικά σου βιώματα», προσθέτει.
Ο τόπος του γλυκάνισου
Παραγωγός και ο ίδιος, ο κ. Χατζηπαναγιώτης περιγράφει τη διαδικασία καλλιέργειας του γλυκάνισου, ενός φυτού που αγοράζουν κυρίως οι ποτοποιίες της Λέσβου, ειδικά του Πλωμαρίου και της Μυτιλήνης. Μάλιστα, ορισμένες επιχειρήσεις έχουν αποκτήσει δικά τους χωράφια στην περιοχή για καλλιέργεια.
«Το χώμα μας είναι διαφορετικό», τονίζει, υπογραμμίζοντας πως οι μεγάλες ποτοποιίες έχουν πραγματοποιήσει αναλύσεις που αποδεικνύουν την ανώτερη ποιότητα του προϊόντος. Ο γλυκάνισος του Λισβορίου πωλείται περίπου 15 ευρώ το κιλό, σχεδόν διπλάσια τιμή από τον εισαγόμενο ή άλλων περιοχών, γεγονός που επιβεβαιώνει την αξία του. Ωστόσο, όπως εξηγεί, το κόστος παραγωγής παραμένει υψηλό.
Η καλλιέργεια του γλυκάνισου αποτελεί παράδοση που περνά από γενιά σε γενιά. «Θυμάμαι από παιδί τους γονείς μου να καλλιεργούν γλυκάνισο. Τότε όλα γίνονταν με τα χέρια, σήμερα με μηχανικά μέσα», αναφέρει. Η παραγωγή, όπως λέει, είναι συνδεδεμένη με την τοπική κουλτούρα και τον πολιτισμό του χωριού.
Στο Λισβόρι καλλιεργούνται περίπου 200 έως 250 στρέμματα γλυκάνισου. Η σπορά γίνεται τον Ιανουάριο ή τον Φεβρουάριο, ενώ η κατεργασία του εδάφους ξεκινά το καλοκαίρι. «Το χωράφι πρέπει να προετοιμαστεί σωστά και να "το φάει ο ήλιος", όπως λέμε, για να απολυμανθεί φυσικά», εξηγεί ο κ. Χατζηπαναγιώτης. Η διαδικασία απαιτεί εμπειρία, υπομονή και καλή συγκυρία, καθώς οι καιρικές συνθήκες επηρεάζουν σημαντικά την παραγωγή.
Οι γυναίκες του χωριού συμμετέχουν ενεργά στα στάδια της καλλιέργειας, από το ξεχορτάριασμα μέχρι τη συγκομιδή, με ημερομίσθιο γύρω στα 40 ευρώ. «Δεν είναι εύκολη δουλειά, αλλά όλοι πρέπει να μένουν ικανοποιημένοι», σημειώνει.
Η συγκομιδή και η φετινή χρονιά
Η συγκομιδή πραγματοποιείται με μηχανήματα, ενώ ακολουθεί καθαρισμός του προϊόντος ώστε να παραδοθεί στις ποτοποιίες ή σε άλλες χρήσεις, όπως η παραγωγή τσίπουρου ή αρτοσκευασμάτων. «Το παίρνουν και φούρνοι που κάνουν παξιμάδια γλυκανίσου», αναφέρει.
Η φετινή χρονιά, ωστόσο, ήταν δύσκολη. Οι έντονες βροχοπτώσεις καθυστέρησαν τη σπορά, με αποτέλεσμα χαμηλότερες αποδόσεις. «Οι παραγωγές ήταν μικρές. Με 60 ή 70 κιλά το στρέμμα απλώς καλύπτεις τα έξοδά σου», εξηγεί ο κ. Χατζηπαναγιώτης. Παρά τις δυσκολίες, ο γλυκάνισος του Λισβορίου παραμένει φυσικό, βιολογικό προϊόν, «χωρίς πιστοποίηση όμως», όπως ο ίδιος επισημαίνει.