Η Κίνα διαμηνύει ότι θα υπερασπιστεί με κάθε μέσο τα συμφέροντά της, αντιδρώντας στις πρόσφατες κινήσεις των ΗΠΑ για αποκοπή των οικονομικών πόρων του Ιράν και απειλές προς τις χώρες που συνεχίζουν να στηρίζουν την Τεχεράνη.
Όπως ανακοινώθηκε, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ παρουσίασε νέα δέσμη κυρώσεων, γνωστές ως «δευτερεύουσες», οι οποίες στοχεύουν εμπορικούς εταίρους του Ιράν στους τομείς του χρυσού, της τεχνολογίας, των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων, της αεροπλοΐας και των θαλάσσιων μεταφορών.
Επιπλέον, η Ουάσινγκτον επέβαλε κυρώσεις σε 60 οντότητες, εταιρείες και πλοία, κατηγορώντας τα για υποστήριξη του Ιράν στην απόκτηση εσόδων από το πετρέλαιο, στην προμήθεια όπλων και σε ενέργειες ψηφιακού πολέμου.
Οι κυρώσεις αφορούν οντότητες σε παγκόσμιο επίπεδο, με έμφαση στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Κίνα, τη Σιγκαπούρη και την Ευρώπη.
Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Λιν Τζιάν, επισήμανε ότι «οι μέγιστες πιέσεις που ασκούνται στο πλαίσιο ενός οικονομικού πολέμου δεν διευθετούν σε τίποτα τα προβλήματα» και προειδοποίησε ότι τέτοιες ενέργειες υπονομεύουν τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας, πλήττοντας νόμιμα δικαιώματα άλλων χωρών.
Ο ίδιος τόνισε πως η Κίνα θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα και τα συμφέροντά της.
Η Κίνα αποτελεί βασικό οικονομικό και στρατηγικό εταίρο του Ιράν, με στοιχεία της εταιρείας αναλύσεων Kpler να δείχνουν ότι πριν από τον πόλεμο, πάνω από το 80% των εξαγωγών ιρανικού πετρελαίου κατευθύνονταν προς την Κίνα.
Ο Λιν Τζιάν υπογράμμισε πως «η συνεργασία ανάμεσα στην Κίνα και το Ιράν διενεργείτο πάντα εντός του πλαισίου του διεθνούς δικαίου και δεν θα έπρεπε να παρεμποδίζεται ούτε να τίθεται σε κίνδυνο».
Παράλληλα, ο Σκοτ Μπέσεντ προειδοποίησε πως οι χώρες που δεν θα ευθυγραμμιστούν με τις αμερικανικές κυρώσεις θα «μοιραστούν την απομόνωση του Ιράν», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αποβολής τους από το σύστημα του δολαρίου.