Η Γαλλία δεν θα προλάβει την προθεσμία για την εφαρμογή της ευρωπαϊκής οδηγίας που στοχεύει στην ενίσχυση της διαφάνειας στους μισθούς και τη βελτίωση της ισότητας των φύλων. Η οδηγία, η οποία έπρεπε να ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο έως τις 7 Ιουνίου, παραμένει ανενεργή.
Η Γαλλία δεν είναι η μόνη χώρα που καθυστερεί. Μόνο λίγα κράτη μέλη, όπως η Σλοβακία και πρόσφατα η Ιταλία, έχουν ήδη μεταφέρει το σχετικό ευρωπαϊκό κείμενο, το οποίο εγκρίθηκε από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ το 2003.
«Ευελπιστώ να μπορέσουμε να ψηφίσουμε αυτό τον νόμο μέχρι το τέλος του έτους», δήλωσε ο υπουργός Εργασίας Ζαν-Πιέρ Φαραντού στο δημόσιο δίκτυο France 2, επισημαίνοντας ότι «η κυβέρνηση προσπάθησε να βρει μια ισορροπία μεταξύ των θέσεων που εκφράστηκαν από τις δύο πλευρές».
Η καθυστέρηση ήταν αναμενόμενη, καθώς εδώ και μήνες υπήρχαν έντονες διαφωνίες ανάμεσα στα εργατικά συνδικάτα και τις εργοδοτικές οργανώσεις. «Για τους εργοδότες, είναι κάτι τρομακτικό και για την κυβέρνηση, δεν τίθεται θέμα (...) το αναβάλλουν», ανέφερε η Μπεατρίς Λεστίκ του συνδικάτου CFDT.
Από την πλευρά των εργοδοτών, ο Ιμπέρ Μονζόν, διαπραγματευτής της ομοσπονδίας Medef, χαρακτήρισε το κείμενο «ένα τέρας πολυπλοκότητας». Όπως σημείωσε, «περιέχει αντιφάσεις και δεν είναι λειτουργικό (...) όλα πρέπει να αναδιατυπωθούν». Η Medef έχει ζητήσει από το γραφείο του πρωθυπουργού μορατόριουμ «τουλάχιστον δύο ετών».
Το χάσμα αμοιβών και οι προκλήσεις εφαρμογής
Σύμφωνα με το INSEE (2024), στον ιδιωτικό τομέα της Γαλλίας οι γυναίκες αμείβονται κατά μέσο όρο 21,8% λιγότερο από τους άνδρες, εν μέρει λόγω της αυξημένης μερικής απασχόλησης. Ακόμη και με ίσες ώρες εργασίας, το χάσμα παραμένει στο 14%, ενώ για την ίδια θέση στον ίδιο εργοδότη φτάνει το 3,6%.
Η ευρωπαϊκή οδηγία προβλέπει ότι οι εταιρείες οφείλουν να αναφέρουν τον μισθό ή το εύρος μισθών στις αγγελίες εργασίας και να παρέχουν στους εργαζομένους πρόσβαση σε πληροφορίες για τα επίπεδα αμοιβών των συναδέλφων τους που εκτελούν εργασία «ίσης αξίας», κατανεμημένες ανά φύλο.
Ωστόσο, για πολλές επιχειρήσεις, το νέο πλαίσιο θεωρείται «ένας απολύτως απίστευτος γραφειοκρατικός εφιάλτης» που «κινδυνεύει να αποσταθεροποιήσει τις κοινωνικές σχέσεις», όπως υποστηρίζει ο Ολιβιέ Σιλέρ της συλλογικότητας «Φτάνει Πια!», η οποία εκπροσωπεί περίπου 2.500 επιχειρήσεις.