Η Επιτροπή για τους εξαφανισθέντες στη Συρία ανακοίνωσε ότι εκτιμά πως τα έξι παιδιά της οδοντιάτρου και πρωταθλήτριας στο σκάκι Ράνια αλ Αμπάσι, της οποίας η εξαφάνιση αποτέλεσε σύμβολο των εξαναγκαστικών εξαφανίσεων επί καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ, είναι πιθανότατα νεκρά.
Ο θείος των παιδιών, Χάσαν αλ Αμπάσι, δήλωσε επίσης ότι τα παιδιά δεν ζουν πλέον, μέσω βίντεο που δημοσίευσε στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook.
Η Ράνια αλ Αμπάσι εξαφανίστηκε τον Μάρτιο του 2013 μαζί με τον σύζυγό της και τα έξι παιδιά τους, έπειτα από επιδρομή κυβερνητικών δυνάμεων στο σπίτι τους στη Δαμασκό. Οι κατηγορίες σχετίζονταν με την αντίθεσή τους στο καθεστώς, σύμφωνα με οργανώσεις για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η υπόθεση της οικογένειας Αλ Αμπάσι έγινε σύμβολο της τραγωδίας των θυμάτων των εξαναγκαστικών εξαφανίσεων στη Συρία του Άσαντ, ο οποίος ανατράπηκε το 2024.
«Καταλήξαμε σε αξιόπιστα αποτελέσματα που μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε, με υψηλό βαθμό βεβαιότητας, ότι τα παιδιά της Ράνια αλ Αμπάσι είναι νεκρά», ανέφερε η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της. Τα παιδιά ήταν ηλικίας από 3 έως 15 ετών. «Συνεχίζονται οι προσπάθειες για τον εντοπισμό των σορών», πρόσθεσε.
Η Επιτροπή δεν έκανε αναφορά στην τύχη των γονιών, οι οποίοι θεωρούνται επίσης νεκροί, σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης και τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο Χάσαν αλ Αμπάσι ανέφερε ότι είδε βίντεο τα οποία αποδίδονται στον βασικό ύποπτο μιας σφαγής στη Δαμασκό το 2013, όπου εκτελέστηκαν δεκάδες άνθρωποι. Σύμφωνα με τον ίδιο, ένα από τα βίντεο δείχνει παιδιά που κατηγορούνταν για «τρομοκρατία» μέσα σε σκοτεινό δωμάτιο, το οποίο οι συγγενείς της Αμπάσι αναγνώρισαν ως το σπίτι της οικογένειας.
Πέρυσι, η Επιτροπή υπολόγισε ότι πάνω από 300.000 άνθρωποι εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Άσαντ. Ορισμένοι κρατήθηκαν, άλλοι χάθηκαν σε μάχες, σε φυλάκια ελέγχου, στις μεταναστευτικές ροές ή σε περιοχές που ελέγχονταν από διάφορες ένοπλες οργανώσεις.
Δεκάδες χιλιάδες πολίτες φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τον εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε το 2011, μετά τη βίαιη καταστολή των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει επίσημος απολογισμός και χιλιάδες οικογένειες εξακολουθούν να αγνοούν την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων.