Η Αυστραλία σχεδιάζει να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες στο 3% του ΑΕΠ έως το 2033, από περίπου 2% σήμερα, σύμφωνα με ανακοίνωση της κυβέρνησης του πρωθυπουργού των Εργατικών Άντονι Αλμπανέζι. Η απόφαση αυτή έρχεται σε μια περίοδο αυξανόμενων διεθνών εντάσεων και πολλαπλασιασμού των ένοπλων συγκρούσεων παγκοσμίως.
Η ανακοίνωση συμπίπτει με τη συνεχιζόμενη πίεση που ασκεί ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προς τους συμμάχους της Ουάσιγκτον για ενίσχυση των στρατιωτικών δαπανών τους. Η Καμπέρα φαίνεται να ανταποκρίνεται σε αυτή την τάση, ενισχύοντας τη θέση της στο διεθνές αμυντικό περιβάλλον.
«Οι διεθνείς κανόνες οι οποίοι άλλοτε περιόριζαν την προσφυγή στη βία και στον στρατιωτικό εξαναγκασμό συνεχίζουν να διαβρώνονται», αναφέρει το κείμενο ομιλίας του υπουργού Άμυνας Ρίτσαρντ Μαρλς, αποσπάσματα του οποίου επικαλείται το Γαλλικό Πρακτορείο. Ο ίδιος θα προσθέσει πως «σήμερα, ο αριθμός των χωρών που εμπλέκονται σε ένοπλες συρράξεις είναι υψηλότερος από ό,τι οποιαδήποτε στιγμή μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου».
Ο προηγούμενος στόχος της κυβέρνησης, που είχε τεθεί το 2024, προέβλεπε αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 2,3% του ΑΕΠ έως το 2033. Η νέα εξαγγελία μεταφράζεται σε επιπλέον στρατιωτικές δαπάνες ύψους 53 δισ. δολαρίων Αυστραλίας (32,2 δισ. ευρώ), σύμφωνα με αξιωματούχους του υπουργείου Άμυνας.
Για να επιτευχθεί ο στόχος του 3%, η κυβέρνηση τροποποίησε τον τρόπο υπολογισμού των δαπανών, υιοθετώντας τον ορισμό του NATO, ο οποίος περιλαμβάνει και στοιχεία όπως οι συντάξεις των απόστρατων. Η κίνηση αυτή ευθυγραμμίζει την Αυστραλία με τα διεθνή πρότυπα μέτρησης αμυντικών δαπανών.
Ανησυχώντας ιδιαίτερα για την ενίσχυση του κινεζικού πολεμικού ναυτικού, η Αυστραλία επιταχύνει τον εκσυγχρονισμό των στρατιωτικών εξοπλισμών της, επιδιώκοντας την αποτροπή πιθανών απειλών από τον βορρά. Στο πλαίσιο αυτό, το 2021 σύναψε τη συμφωνία AUKUS με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, η οποία προβλέπει τον εξοπλισμό της χώρας με πυρηνοκίνητα υποβρύχια μέσα στην επόμενη δεκαετία.