Το Αμερικανικό Εφετείο απέρριψε το αίτημα της κυβέρνησης των ΗΠΑ να καθυστερήσει η δικαστική διαδικασία που αφορά την επιστροφή των δασμών που είχαν καταβληθεί από τους εισαγωγείς, εξέλιξη που εντείνει την πίεση για τα δημόσια οικονομικά.
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ είχε πρόσφατα ακυρώσει μεγάλο μέρος των δασμών που είχε επιβάλει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, προκαλώντας πλήγμα στην οικονομική του πολιτική. Η απόφαση αυτή άνοιξε τον δρόμο για αποζημιώσεις προς τους εισαγωγείς, μια διαδικασία που χαρακτηρίζεται από τους ειδικούς ως νομικά περίπλοκη και χρονοβόρα.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, τα έσοδα της αμερικανικής κυβέρνησης από τους επίμαχους δασμούς ανέρχονται σε περίπου 130 δισ. δολάρια, ποσό που ενδέχεται να επιστραφεί μερικώς ή εξ ολοκλήρου, ανάλογα με τις τελικές αποφάσεις των δικαστηρίων.
Η κυβέρνηση Τραμπ είχε ζητήσει την περασμένη Παρασκευή αναβολή τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Διεθνές Εμπορικό Δικαστήριο (CIT), προκειμένου να εξεταστούν οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της επιστροφής των δασμών.
Περισσότερες από 300.000 επιχειρήσεις είχαν καταβάλει τους δασμούς, ενώ περίπου 2.000 έχουν ήδη προσφύγει στα δικαστήρια ζητώντας επιστροφή χρημάτων. Ανάμεσά τους, η αλυσίδα σουπερμάρκετ Costco και η αμερικανική θυγατρική της Toyota ήταν από τις πρώτες που κινήθηκαν νομικά, πριν ακόμη εκδοθεί η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν δεκάδες άλλες εταιρείες, όπως η FedEx.
Μελέτη του «Εργαστηρίου Προϋπολογισμού» του Πανεπιστημίου Γέιλ εκτιμά ότι οι δασμοί που ακυρώθηκαν κόστισαν περισσότερα από 1.250 δολάρια ανά νοικοκυριό το 2025, υπογραμμίζοντας τη σημαντική επιβάρυνση για την αμερικανική οικονομία.
Προγενέστερη απόφαση Εφετείου, τον Αύγουστο, είχε κρίνει ότι μέρος των δασμών του Τραμπ ήταν παράνομο και είχε παραπέμψει την υπόθεση στο CIT για την επιστροφή των ποσών. Ωστόσο, η εφαρμογή της είχε αναβληθεί μέχρι να αποφανθεί το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο τελικά αποφάνθηκε ότι ο πρόεδρος υπερέβη τις εξουσίες του επιβάλλοντας γενικευμένους δασμούς σε όλες τις χώρες. Η απόφαση αυτή δεν περιλαμβάνει τους δασμούς σε ειδικούς τομείς, όπως ο χάλυβας και η αυτοκινητοβιομηχανία.
Μετά την απόφαση, ο Τραμπ επικαλέστηκε νέο νόμο και επέβαλε εκ νέου δασμούς ύψους 10% σε όλες τις χώρες, προειδοποιώντας ότι θα μπορούσαν να αυξηθούν στο 15%, αν και αυτό δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί.