Η JP Morgan διατηρεί τη θετική σύσταση «υπεραπόδοσης» για την ελληνική αγορά και εκτιμά ότι η πιθανή ένταξη ελληνικών μετοχών στους δείκτες Stoxx Europe 600 τον Σεπτέμβριο μπορεί να αποτελέσει σημαντικό καταλύτη, οδηγώντας σε παθητικές εισροές άνω του 1 δισ. δολαρίων.
Σύμφωνα με την έκθεση του αμερικανικού οίκου, η Ελλάδα παραμένει ελκυστική κυρίως λόγω των αποτιμήσεων των τραπεζών, οι οποίες εξακολουθούν να βρίσκονται χαμηλότερα από εκείνες των αντίστοιχων ομίλων της Δυτικής Ευρώπης.
Ο προβλεπόμενος δείκτης τιμής προς κέρδη των ελληνικών τραπεζών σε ορίζοντα 12 μηνών διαμορφώνεται στις 9,6 φορές, έναντι 10,6 φορές για τις ευρωπαϊκές τράπεζες.
Στο 1,015 δισ. δολάρια οι πιθανές εισροές
Η JP Morgan υπολογίζει ότι η πιθανή ένταξη ελληνικών εισηγμένων στον Stoxx Europe 600 θα μπορούσε να προκαλέσει συνολικές παθητικές εισροές περίπου 1,015 δισ. δολαρίων.
Τις μεγαλύτερες εισροές εκτιμάται ότι θα προσελκύσει η Εθνική Τράπεζα, με περίπου 288,6 εκατ. δολάρια. Ακολουθούν η Eurobank με 232,5 εκατ. δολάρια, η Τράπεζα Πειραιώς με 220,1 εκατ. δολάρια και η Alpha Bank με 146,6 εκατ. δολάρια.
Μικρότερα ποσά προβλέπονται για τη ΔΕΗ, την Allwyn, τον ΟΤΕ, τη Metlen και τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Οι εκτιμήσεις βασίζονται σε στοιχεία της 30ής Ιουνίου 2026.
Οι τράπεζες στο επίκεντρο
Ο τραπεζικός κλάδος βρίσκεται στον πυρήνα της θετικής στάσης της JP Morgan για την Ελλάδα. Ο οίκος θεωρεί ότι η διαφορά αποτίμησης ανάμεσα στις ελληνικές και τις δυτικοευρωπαϊκές τράπεζες παραμένει υπερβολικά μεγάλη.
Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν προβλεπόμενο δείκτη P/E 9,6 φορές, έναντι 10,6 φορές για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Παράλληλα, η εκτιμώμενη μερισματική τους απόδοση βρίσκεται κοντά στο 5%.
Η εικόνα αυτή, σε συνδυασμό με τις πιθανές εισροές από τους ευρωπαϊκούς δείκτες, ενισχύει την εκτίμηση ότι ο κλάδος εξακολουθεί να διαθέτει περιθώρια ανόδου.
Η Eurobank στις κορυφαίες επιλογές
Η Eurobank περιλαμβάνεται στις δέκα κορυφαίες μετοχικές επιλογές της JP Morgan για την περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής.
Ο οίκος της αποδίδει σύσταση «υπεραπόδοσης» και επισημαίνει ως βασικά θετικά στοιχεία την απόδοση ιδίων κεφαλαίων κοντά στο 15%, τις αυξανόμενες επιστροφές κεφαλαίου προς τους μετόχους και την πιθανή ένταξη στους ευρωπαϊκούς δείκτες τον Σεπτέμβριο.
Τι δείχνει το σενάριο αναβάθμισης από τη MSCI
Η έκθεση εξετάζει επίσης το ενδεχόμενο μετάταξης της Ελλάδας από τις αναδυόμενες στις ανεπτυγμένες αγορές της MSCI.
Σε αυτό το σενάριο, οι πιθανές εκροές από κεφάλαια που ακολουθούν δείκτες αναδυόμενων αγορών εκτιμώνται σε περίπου 4,9 δισ. δολάρια. Οι αντίστοιχες εισροές από κεφάλαια ανεπτυγμένων αγορών υπολογίζονται σε περίπου 5,03 δισ. δολάρια.
Το καθαρό αποτέλεσμα διαμορφώνεται θετικό κατά περίπου 126,3 εκατ. δολάρια.
Για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, οι εκτιμήσεις δείχνουν καθαρές εισροές 42,5 εκατ. δολαρίων για την Εθνική, 35 εκατ. δολαρίων για τη Eurobank, 33,1 εκατ. δολαρίων για την Πειραιώς και 21,9 εκατ. δολαρίων για την Alpha Bank.
Διαφορετική η εικόνα για τον FTSE
Η πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας από τον FTSE Emerging στον FTSE Developed παρουσιάζει διαφορετικό αποτέλεσμα.
Η JP Morgan υπολογίζει πιθανές εκροές περίπου 1,81 δισ. δολαρίων και εισροές περίπου 1,70 δισ. δολαρίων. Έτσι, το καθαρό ισοζύγιο εκτιμάται αρνητικό κατά περίπου 110,5 εκατ. δολάρια.
Αυτό σημαίνει ότι οι επιπτώσεις μιας αναβάθμισης δεν είναι ίδιες σε όλους τους δείκτες, αλλά εξαρτώνται από τη μεθοδολογία κάθε παρόχου και από τη σύνθεση των παθητικών κεφαλαίων που τον ακολουθούν.
Υψηλή βαθμολογία στα κριτήρια της MSCI
Η Ελλάδα λαμβάνει την υψηλότερη αξιολόγηση στα βασικά κριτήρια προσβασιμότητας της MSCI.
Η θετική εικόνα αφορά την πρόσβαση ξένων επενδυτών, την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, τη λειτουργία της αγοράς συναλλάγματος, το άνοιγμα λογαριασμών, τη διαφάνεια, την εκκαθάριση και τον διακανονισμό, τη θεματοφυλακή, τον δανεισμό τίτλων, τις ανοικτές πωλήσεις και τη σταθερότητα του θεσμικού πλαισίου.
Συνολικά, η JP Morgan διατηρεί θετική στάση για την ελληνική αγορά, με βασικούς καταλύτες τις χαμηλότερες τραπεζικές αποτιμήσεις, τις πιθανές εισροές από τους ευρωπαϊκούς δείκτες και τη βελτιωμένη εικόνα της αγοράς ως προς την πρόσβαση των διεθνών επενδυτών.