Τα μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35 και η αποτελεσματικότητα της εξωτερικής πολιτικής επί των κυβερνήσεων ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, αντιστοίχως, τέθηκαν στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης της κυβέρνησης με το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.
Η ανώφελη συζήτηση προσέλαβε χαρακτηριστικά πλειοδοσίας και υπερβολής, προδίδοντας ότι τα εθνικά θέματα θα συνεχίσουν να βρίσκονται ψηλά στην πολιτική ατζέντα.
Οι δε συγκρούσεις επ’ αυτών θα σκληρύνουν περισσότερο όσο πλησιάζουν οι εκλογές.
Ύστερα από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, κατά τη διάρκεια της οποίας διεφάνη ο δρόμος επιστροφής της Τουρκίας στα F-35, η κυβέρνηση έχτισε «γραμμή υπεράσπισης» σε δύο άξονες.
Αφενός ότι η Ελλάδα είναι εντός του προγράμματος των F-35 και αρχής γενομένης από το 2029 θα αρχίσει να παραλαμβάνει τα πρώτα από τα 20 μαχητικά που έχει παραγγείλει από τις ΗΠΑ (υπάρχει option και για άλλα 20).
Αφετέρου, ότι «τρέχει» την αναβάθμιση των αεροσκαφών F-16 στην εξελιγμένη μορφή Viper, έχοντας ήδη παραλάβει τα 56 από τα 83.
Το μαχητικό αεροσκάφος F-35
Όσον αφορά το ενδεχόμενο απόκτησης F-35 από την Άγκυρα, που βρίσκεται σε πυρετώδεις διεργασίες ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για το αμερικανικό «πράσινο φως», από την κυβέρνηση υποστήριζαν ότι θα επιδιώξουν «όρους» και «δικλείδες ασφαλείας», προκειμένου τα μαχητικά να μην χρησιμοποιηθούνεναντίον συμμαχικής χώρας· εν προκειμένω της Ελλάδος.
Οι δύο διαφορετικές αφηγήσεις για τα F-35
Ο Αλέξης Τσίπρας επιτέθηκε στην κυβέρνηση για τα F-35, καταλογίζοντάς στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη μια «εθνική ήττα» (συνέδριο Economist).
Σύμφωνα με τον πρώην πρωθυπουργό και πρόεδρο της ΕΛ.Α.Σ., η κυβέρνηση Μητσοτάκη εγκατέλειψε «το δόγμα της πολυδιάστατης στρατηγικής εξωτερικής πολιτικής που ακολουθούσαν όλες οι κυβερνήσεις από το ’74 και μετά, για να υιοθετήσει ένα δόγμα “λευκής επιταγής”, του συμμάχου ο οποίος είναι έτοιμος να πει ναι σε όλα».
Το Μέγαρο Μαξίμου έβγαλε μπροστά τον υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Γεραπετρίτη, ο οποίος υποστήριξε (ERTnews) ότι όχι απλώς δεν συντρέχει καμία ήττα «αλλά υπάρχουν διαρκείς νίκες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής».
Ο κ. Γεραπετρίτης αποκάλεσε «ψευδή» τον ισχυρισμό ότι επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ η Τουρκία δεν συμμετείχε στο πρόγραμμα των F-35, ενώ επιτέθηκε προσωπικά στον κ. Τσίπρα λέγοντας ότι στηρίζει την «πολιτική του νεκρανάσταση στη λήθη των Ελλήνων πολιτών».
Η ΕΛ.Α.Σ. κατηγόρησε τον κ. Γεραπετρίτη για «διαστρέβλωση της πραγματικότητας» προκειμένου «να συγκαλύψει τις σοβαρές αποτυχίες της εξωτερικής πολιτικής Μητσοτάκη».
Από την Αμαλίας υπογράμμιζαν ότι η Τουρκία ήταν συμπαραγωγός στα F-35 επι κυβέρνησης Τσίπρα.
Εντούτοις, ισχυρίστηκαν ότι ο δρόμος της εκδίωξής της είχε ανοίξει από τον Σεπτέμβριο του 2017. Ενώ, απαρίθμησαν τα -κατά τους ίδιους- ορόσημα της διακυβέρνησης Τσίπρα.
«Η Ελλάδα έχει να θυμάται από τα 4,5 χρόνια του κ. Τσίπρα σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής και επιτυχιών μόνο μια γραβάτα, την γραβάτα του Ζάεφ», σχολίασε χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, επιτιθέμενος στον πρώην πρωθυπουργό για ψεύδη «δίχως συστολή».
Ο κ. Μαρινάκης επανέλαβε το αφήγημα ότι επί πρωθυπουργίας Τσίπρα η Τουρκία ήταν συμπαραγωγός των F-35 και η Ελλάδος εκτός του προγράμματός, τονίζοντας την αντιστροφή του υποδείγματος μετά το 2019.
Πέραν των μαχητικών πέμπτης γενιάς, ο κ. Μαρινάκης προσέθεσε στο εξοπλιστικό καλάθι τα αναβαθμισμένα F-16, τα αεροσκάφη Rafale, τις φρεγάτες FDI κλάσης «Κίμων», ακόμα και τις συμφωνίες ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο.
Από πλευράς ΠΑΣΟΚ, ο τομεάρχης Άμυνας και βουλευτής Ηλείας, Μιχάλης Κατρίνης, εξέφρασε την ανησυχία του για το ενδεχόμενο να παραλάβει η Τουρκία F-35 πριν από την Ελλάδα.
Το σενάριο αφορά τα έξι διαθέσιμα μαχητικά που η Άγκυρα πλήρωσε αλλά δεν παρέλαβε λόγω της αγοράς του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400.
Οι ρίζες της αντιπαράθεσης
Οπωσδήποτε, η υπόθεση των F-35 έχει διακομματικό «άρωμα» εν Ελλάδι και πηγαίνει αρκετά πίσω στο χρόνο.
Ως γνωστόν, η Ελλάδα προσκλήθηκε τρεις φορές (2001, 2003, 2007) να μετάσχει στο πρόγραμμα παραγωγής των μαχητικών πέμπτης γενιάς. Ωστόσο το απέφυγε.
Αντιθέτως, η Άγκυρα αποφάσισε να συμμετάσχει στο εγχείρημα, κάτι που μεταξύ άλλων είχε προστιθέμενη αξία και για την εγχώρια αμυντική της βιομηχανία.
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να έχει εξασφαλίσει τη συμμετοχή της σε ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα αμυντικών εξοπλισμών παγκοσμίως με ποσό μόλις 50 εκατομμύρια δολάρια.
Ένα κεφάλαιο που, συγκριτικά με τα σημερινά δεδομένα που δαπανώνται για εξοπλιστικά, είναι απειροελάχιστο.
Προ της αποβολής της, η Τουρκία είχε παραγγείλει 100 μαχητικά F-35. Η ανησυχία της τότε ελληνικής κυβέρνησης για την φαραωνική αεροπορική ισχύ που θα αποκτούσε η Άγκυρα οδήγησε τον Φεβρουάριο του 2017 στο αίτημα σχετικά με την τιμή και τη διαθεσιμότητα αγοράς (Letter of Request for Price andAvailability) 20 αεροσκαφών F-35.
Με τον ίδιο γνώμονα, τον Απρίλιο του 2018, υπογράφτηκε η διακρατική συμφωνία με τις ΗΠΑ για την αναβάθμιση των μαχητικών αεροσκαφών F-16 στην έκδοση Viper.
Εκ των πραγμάτων, τα εξοπλιστικά προγράμματα ξεπερνούν τον εκλογικό κύκλο μιας κυβέρνησης και (ενδεχομένως) ενός κόμματος.