Η επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής ολοκλήρωσε την πρώτη επεξεργασία του νομοσχεδίου για την ίση αμοιβή μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία, στο πλαίσιο εφαρμογής σχετικής κοινοτικής Οδηγίας, καθώς και για την ένταξη των υγειονομικών στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, δήλωσε έτοιμη να εξετάσει βελτιωτικές προτάσεις από την αντιπολίτευση, ενώ οι εισηγητές των κομμάτων εξέφρασαν επιφυλάξεις για τους στόχους και την αποτελεσματικότητα του σχεδίου νόμου.
Η υπουργός Εργασίας χαρακτήρισε το νομοσχέδιο ως πρωτοβουλία με σημαντική κοινωνική, εργασιακή και αναπτυξιακή διάσταση, επισημαίνοντας ότι προάγει τη δικαιοσύνη, την αξιοκρατία και τη διαφάνεια. Αναγνώρισε ότι «το μισθολογικό χάσμα έχει μειωθεί σημαντικά, αλλά δεν έχει εξαλειφθεί», υπογραμμίζοντας πως οι νέες ρυθμίσεις στοχεύουν να εφαρμοστεί στην πράξη η αρχή «η αμοιβή σου να καθορίζεται από τη δουλειά σου και την αξία σου, και όχι από το φύλο σου».
«Το νομοσχέδιο διασφαλίζει ότι οι μισθολογικές διαφορές θα στηρίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια και όχι σε στερεότυπα ή προκαταλήψεις. Το μήνυμα είναι απλό: Η αμοιβή κάθε εργαζομένου πρέπει να καθορίζεται από τη δουλειά του, την προσφορά του και την αξία του. Όχι από το φύλο του», ανέφερε η κ. Κεραμέως, προσθέτοντας πως αυτή είναι η ουσία μιας δίκαιης αγοράς εργασίας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη ρύθμιση για την ένταξη στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα νοσηλευτών, βοηθών νοσηλευτών, οδηγών και διασωστών του ΕΣΥ και του ΕΚΑΒ, κάνοντας λόγο για ιστορική αποκατάσταση μίας στρέβλωσης που διαρκεί πάνω από 30 χρόνια.
Θέσεις και επιφυλάξεις των κομμάτων
Η γενική εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Καζάνη, επισήμανε ότι η καθυστερημένη ενσωμάτωση της κοινοτικής Οδηγίας δείχνει πως η ισότητα των φύλων δεν αποτελεί κυβερνητική προτεραιότητα. Όπως είπε, «η αρχή της ίσης αμοιβής δεν είναι μια νέα κατάκτηση, αλλά μια θεμελιώδης αρχή κατοχυρωμένη εδώ και δεκαετίες».
Η ίδια σημείωσε ότι τα νέα μέτρα αφορούν επιχειρήσεις με περισσότερους από 100 εργαζόμενους, δηλαδή ένα μικρό ποσοστό του ελληνικού επιχειρηματικού ιστού, καθώς πάνω από το 95% των επιχειρήσεων είναι πολύ μικρές. Τόνισε ότι η επιτυχία της Οδηγίας θα εξαρτηθεί από τη διάχυση των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης σε όλη την αγορά εργασίας.
Επιφυλάξεις εξέφρασε και ο ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ, Γιώργος Γαβρήλος, υπογραμμίζοντας ότι το πρόβλημα της ανεργίας των γυναικών παραμένει υψηλό και απαιτείται ολιστική πολιτική αντιμετώπιση. Τόνισε ότι χωρίς αποτελεσματικούς ελέγχους, η εφαρμογή της Οδηγίας κινδυνεύει να μείνει ανεφάρμοστη.
Ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ, Χρήστος Κατσώτης, καταψήφισε το νομοσχέδιο, υποστηρίζοντας ότι «βαθαίνει την εκμετάλλευση των εργαζομένων». Επέκρινε το άρθρο 37, που αφορά την εξαίρεση από την ανάπαυση της Κυριακής, ζητώντας την απόσυρσή του.
Από την πλευρά της, η ειδική αγορήτρια της ΝΙΚΗΣ, Ασπασία Κουρουπάκη, έκανε λόγο για «νομοσχέδιο χωρίς συνεκτική λογική και με ασαφείς εγγυήσεις ελέγχου», ενώ η ειδική αγορήτρια της Πλεύσης Ελευθερίας, Γεωργία Κεφαλά, επεσήμανε ότι η ρύθμιση δεν συνοδεύεται από τα απαραίτητα εργαλεία για την αποτελεσματική εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης.
Η γενική εισηγήτρια της ΝΔ, Μαρία Συρεγγέλα, χαρακτήρισε την ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας «σημείο ορόσημο για την ουσιαστική ισότητα στην Ελλάδα». Τόνισε ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει την Οδηγία ως οργανωμένο πλαίσιο μισθολογικής διαφάνειας, ελέγχου και εφαρμογής της ίσης αμοιβής στην πράξη.
Απάντηση της υπουργού Εργασίας
Κλείνοντας τη συζήτηση, η κ. Κεραμέως υπεραμύνθηκε των κυβερνητικών πρωτοβουλιών για τη μείωση της ανεργίας, επισημαίνοντας ότι «είχαμε μία ανεργία στο 18% και σήμερα είναι 10 μονάδες κάτω». Ανέφερε επίσης ότι έχουν δημιουργηθεί 560.000 νέες θέσεις εργασίας και ότι 320.000 γυναίκες έχουν ενταχθεί στην αγορά εργασίας.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, σημείωσε ότι «τα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ έφευγαν από τη χώρα 60.000 πολίτες τον χρόνο, ενώ τα χρόνια της ΝΔ φεύγουν 30.000 και επιστρέφουν 52.000, με θετικό ισοζύγιο περίπου 20.000 πολιτών ετησίως».
Η υπουργός αναφέρθηκε ακόμη στην εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας, τονίζοντας ότι οι δηλωθείσες υπερωρίες αυξήθηκαν κατά 1.200% μετά την εφαρμογή του μέτρου. Πρόσθεσε ότι το υπερπλεόνασμα του υπουργείου, ύψους 1 δισ. ευρώ, επιστράφηκε στην κοινωνία, συμβάλλοντας στη φορολογική μεταρρύθμιση και την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς.