Στο επίκεντρο της συζήτησης στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής βρέθηκε το σχέδιο νόμου για την «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας». Η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης υπερασπίστηκε το νομοσχέδιο, τονίζοντας ότι αποτελεί προϊόν συνεργασίας με όλους τους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους.
Η υπουργός υπογράμμισε πως η συμφωνία αυτή έχει αναγνωριστεί θετικά από ευρωπαϊκούς θεσμούς, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως πηγή έμπνευσης. Επιπλέον, ανέφερε ότι το διοικητικό συμβούλιο της ΕΕ, που συμμετέχει στη συμφωνία, περιλαμβάνει εκπροσώπους από όλες τις κύριες πολιτικές παρατάξεις, οι οποίοι ψήφισαν ομόφωνα υπέρ της συμφωνίας.
Απαντώντας στις επικρίσεις της αντιπολίτευσης, η υπουργός διευκρίνισε ότι η Ευρωπαϊκή Οδηγία προβλέπει διαβούλευση, αλλά δεν απαιτεί τη σύνταξη κοινού νομοσχεδίου με τους κοινωνικούς εταίρους, όπως έγινε στην ελληνική περίπτωση. Τόνισε επίσης ότι ο τριμερής διάλογος υφίσταται μέσω του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, το οποίο λειτουργεί μόνιμα στο υπουργείο.
Σε ό,τι αφορά τα εργασιακά μεγέθη, η υπουργός σημείωσε ότι η ανεργία έχει μειωθεί από 18% σε 7,5%, ενώ ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε από 650 σε 880 ευρώ, με στόχο τα 950 ευρώ το 2027. Παράλληλα, απέρριψε τα περί «13ωρης εργασίας» και «έκτης βάρδιας», επισημαίνοντας ότι τα σχετικά μέτρα εφαρμόζονται σε ελάχιστο ποσοστό επιχειρήσεων και εργαζομένων.
Σχετικά με τις συλλογικές συμβάσεις, ξεκαθαρίστηκε ότι η νέα συμφωνία δεν περιορίζει τα δικαιώματα των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων σωματείων, ενώ η μετενέργεια παραμένει αορίστου διάρκειας έως τη σύναψη νέας σύμβασης. Δεν εισάγονται νέες προϋποθέσεις για τη διαιτησία.
Οι τοποθετήσεις των κομμάτων
Ο εισηγητής της ΝΔ, Γιώργος Στύλιος, ζήτησε διακομματική στήριξη, χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία ορόσημο για τις εργασιακές σχέσεις και το τέλος των μνημονιακών περιορισμών. Τόνισε ότι το νομοσχέδιο αποτελεί προϊόν σοβαρής διαβούλευσης και συμβάλλει στη σύγκλιση εργαζομένων και εργοδοτών.
Από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, ο Παύλος Χρηστίδης επέκρινε την κυβέρνηση για καθυστερημένη αντίδραση στις συλλογικές συμβάσεις, αποδίδοντας την πρωτοβουλία στην ευρωπαϊκή Οδηγία. Επισήμανε χαμηλά ποσοστά κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις στη χώρα και τόνισε την ανάγκη πραγματικής ενίσχυσης των εργασιακών δικαιωμάτων.
Ο ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ, Γιώργος Γαβρήλος, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο ως χαμένη ευκαιρία για ουσιαστική προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Τόνισε ότι η οικονομική κατάσταση των εργαζομένων παραμένει δύσκολη και ζήτησε ενίσχυση της αυτονομίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Ο Λεωνίδας Στολτίδης (ΚΚΕ) εξέφρασε κάθετη αντίθεση, κάνοντας λόγο για συμφωνία που περιορίζει τα δικαιώματα και διευκολύνει την εργοδοσία. Επέκρινε τη διαδικασία διαβούλευσης και την ηγεσία της ΕΕ, ενώ αναφέρθηκε και στο πρόσφατο εργατικό δυστύχημα στη βιομηχανία ΒΙΟΛΑΝΤΑ.
Η Έφη Αχτσιόγλου (Νέα Αριστερά) απέρριψε το νομοσχέδιο, υποστηρίζοντας ότι διατηρεί το υπάρχον αντεργατικό πλαίσιο, χωρίς να αποκαθιστά βασικές αρχές των συλλογικών συμβάσεων. Επισήμανε ότι εισάγονται νέοι περιορισμοί στις διαπραγματεύσεις και επικαλέστηκε τις επιπτώσεις στις μισθολογικές διεκδικήσεις.
Η Μαρία Αθανασίου (Ελληνική Λύση) υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο δεν εξασφαλίζει αύξηση πραγματικών μισθών ούτε μείωση της ακρίβειας, ενώ αποδυναμώνει τις μικρές και μεσαίες κοινωνικές δυνάμεις. Επισήμανε αύξηση της γραφειοκρατίας και δυσκαμψία στους μηχανισμούς διαμεσολάβησης.
Η Τζώρτζια Κεφαλά (Πλεύση Ελευθερίας) σημείωσε ότι το νομοσχέδιο δεν επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές, αφήνοντας ανοιχτά παράθυρα για εργοδοτική αυθαιρεσία. Τόνισε την ανάγκη για αυστηρότερους ελέγχους και δικαιότερους όρους εργασίας.
Η συζήτηση για το νομοσχέδιο θα συνεχιστεί με ακρόαση φορέων στην Επιτροπή, ενώ ακολουθεί η επί των άρθρων συζήτηση και η τελική ανάγνωση στη Βουλή.