Σε άρθρο του στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης υπογραμμίζει ότι ο διάλογος Ελλάδας - Τουρκίας αποτελεί διαχρονικά αναγκαιότητα και δεν συνιστά υποχώρηση στα εθνικά συμφέροντα. Όπως σημειώνει, η Ελλάδα αναγνωρίζει μία μόνο διαφορά με την Τουρκία, αυτήν της οριοθέτησης ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, ενώ διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας για τη μείωση της έντασης, τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών και τη σταθερότητα στην περιοχή.
Με αφορμή την επικείμενη συνάντηση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ - Ταγίπ Ερντογάν, ο κ. Μαρινάκης επισημαίνει ότι το ερώτημα για τη σκοπιμότητα αυτής της συνάντησης έχει απαντηθεί ιστορικά και διπλωματικά. Υπενθυμίζει ότι οι ελληνοτουρκικές συζητήσεις στο υψηλότερο επίπεδο ξεκίνησαν σχεδόν έναν αιώνα πριν, αναφέροντας παραδείγματα από τον Ελευθέριο Βενιζέλο έως τους πρωθυπουργούς της Μεταπολίτευσης, οι οποίοι διατήρησαν τον διάλογο με την τουρκική ηγεσία χωρίς αυτό να θεωρηθεί υποχώρηση.
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, η πολιτική των ανοιχτών διαύλων έχει αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα, όπως η μείωση της έντασης και των παραβιάσεων του εναέριου χώρου, καθώς και η περιορισμένη ροή μεταναστών. Παράλληλα, οι συνομιλίες συμβάλλουν στη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής και δημιουργούν μηχανισμούς αποκλιμάκωσης σε περίπτωση κρίσης.
Η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος
Ο Παύλος Μαρινάκης τονίζει ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει ενισχύσει αποφασιστικά την αποτρεπτική ισχύ της χώρας. Η Ελλάδα έχει επεκτείνει τα χωρικά ύδατα στο Ιόνιο στα 12 ναυτικά μίλια, έχει οικοδομήσει ένα εκτεταμένο δίκτυο διεθνών συμμαχιών και έχει προχωρήσει σε ενεργειακές και αμυντικές συνεργασίες που ενισχύουν τη γεωπολιτική της θέση.
Επισημαίνει ακόμη ότι η ισορροπία δυνάμεων έχει αποκατασταθεί, καθώς η Ελλάδα συμμετέχει πλέον στα προγράμματα F-16 και F-35, ενώ η Τουρκία έχει αποκλειστεί. Παράλληλα, έχουν δρομολογηθεί σημαντικά εξοπλιστικά προγράμματα, όπως η απόκτηση τεσσάρων φρεγατών Belharra και 24 μαχητικών Rafale.
Η στρατηγική της ισχυρής Ελλάδας
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγνωρίζει τις ανησυχίες των πολιτών για τα εθνικά θέματα, τονίζοντας ότι η κυβέρνηση απαντά με δεδομένα και πράξεις. Κάνει λόγο για όσους, όπως αναφέρει, «ενοχοποιούν τις επαφές Ελλάδας και Τουρκίας» για λόγους σκοπιμότητας, υπογραμμίζοντας ότι η κυβέρνηση δίνει απαντήσεις με έργα που ενισχύουν την αποτρεπτική ισχύ και τη διεθνή θέση της χώρας.
Όπως σημειώνει, η Ελλάδα εξοπλίζεται όχι για να ανταγωνιστεί την Τουρκία, αλλά για να θωρακίσει τις Ένοπλες Δυνάμεις και να στηρίξει το αποτρεπτικό δόγμα της εξωτερικής πολιτικής. Η ύπαρξη ισχυρών Ενόπλων Δυνάμεων, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί προϋπόθεση για την ειρήνη και τη σταθερότητα.
Διάλογος και σταθερότητα
Ο Παύλος Μαρινάκης επισημαίνει ότι η Ελλάδα δεν έχει αυταπάτες πως ο διάλογος αρκεί για να αλλάξει η στάση της Τουρκίας. Ωστόσο, υπενθυμίζει δύο κρίσιμες παραμέτρους: ότι οι δύο χώρες είναι γείτονες και οφείλουν να συνυπάρχουν, και ότι η σταθερότητα στην περιοχή προσφέρει πολλαπλά οφέλη για τα εθνικά συμφέροντα.
Καταλήγει τονίζοντας ότι από το 2019, υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, η Ελλάδα «μεγαλώνει και ψηλώνει» με πίστη στο Διεθνές Δίκαιο και στις αξίες της ισχύος, αποδεικνύοντας ότι οι ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας με την Τουρκία συμβάλλουν στην αποφυγή εντάσεων και στην ενίσχυση των δύο πλευρών του Αιγαίου.