Ο τρόπος λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού τομέα γυρίζει σελίδα, καθώς η Anti-Money Laundering Authority – AMLA παίρνει «σάρκα και οστά», ωθώντας τις εταιρείες του κλάδου, όπως είναι οι τράπεζες και οι servicers, σε ριζικό μετασχηματισμό.
Η AMLA, ή αλλιώς η νέα ευρωπαϊκή Αρχή για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας, αλλάζει τα δεδομένα για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς για πρώτη φορά θα επιβάλει οριζόντια σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ ένα κοινό και αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο κατά του ξεπλύματος χρήματος.
Όπως εξήγησε ο Άγγελος Τζερμιαδιανός, Deputy Director στη Διεύθυνση Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος, στο πλαίσιο του Deloitte Financial Crime Symposium, «το νέο κανονιστικό πλαίσιο φέρνει ομοιομορφία στην ΕΕ, διότι εξαλείφει τα περιθώρια διαφορετικών εθνικών ερμηνειών και τα βάρη που αυτές επιφέρουν στις εταιρείες που δραστηριοποιούνται διασυνοριακά, καθώς επίσης και το ρυθμιστικό αρμπιτράζ, εξασφαλίζοντας όρους ισότιμου ανταγωνισμού».
Κομβικής σημασίας είναι και ο νέος ευρωπαϊκός Κανονισμός για την πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος (Anti-Money Laundering Regulation – AMLR), η εφαρμογή του οποίου αποτελεί σημαντικό ορόσημο.
Σημειώνεται πως η AMLA ξεκίνησε τη λειτουργία της το 2025 και έκτοτε καταρτίζει με γοργούς ρυθμούς ένα ευρύ πλέγμα ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων και κατευθυντήριων γραμμών για τη συμπλήρωση του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο να τεθεί σε εφαρμογή από τις 10 Ιουλίου 2027.
Αυτό σημαίνει πως μέχρι τότε οι εταιρείες οφείλουν να έχουν προσαρμόσει τις πολιτικές, τις διαδικασίες και τα συστήματά τους στις νέες απαιτήσεις, αφού πρώτα έχουν χαρτογραφήσει τις υποχρεώσεις τους και έχουν καταρτίσει σχέδια προσαρμογής στο νέο πλαίσιο.
Μάλιστα, ήδη έχουν εκδοθεί ορισμένα πολύ σημαντικά νομοθετήματα, όπως τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τα μέτρα δέουσας επιμέλειας, ενώ τον Νοέμβριο του 2026 αναμένεται να νομοθετηθούν ορισμένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα που αφορούν τις τράπεζες και σχετίζονται με το Business-Wide Risk Assessment (BWRA) και τις κατευθυντήριες γραμμές για τη διαρκή παρακολούθηση των επιχειρηματικών σχέσεων, πρόσθεσε ο κ. Τζερμιαδιανός
Εν συνεχεία, από την 1η Ιανουαρίου 2028 προβλέπεται η αρχή να καταστεί πλήρως λειτουργική και να ξεκινήσει η άμεση εποπτεία 40 εταιρειών και ομίλων του χρηματοπιστωτικού τομέα με διασυνοριακή παρουσία σε τουλάχιστον έξι κράτη-μέλη.
Για τις υπόλοιπες εταιρείες του κλάδου η εποπτεία παραμένει πρωτίστως σε εθνικό επίπεδο, με την AMLA να έχει τον ρόλο του έμμεσου επόπτη, διασφαλίζοντας αποτελεσματική και συνεπή επιβολή σε όλα τα κράτη μέλη. Στην Ελλάδα, βραχίονας της AMLA είναι η Τράπεζα της Ελλάδος.
Οι μεγαλύτερες αλλαγές που φέρνει η AMLA
Η περίοδος έως το 2028 δεν αποτελεί απλώς χρόνο προετοιμασίας, αλλά το διάστημα στο οποίο διαμορφώνεται το κανονιστικό πλαίσιο που θα διέπει ολόκληρη την ΕΕ και θα αντικαταστήσει το υπάρχον μωσαϊκό εθνικών κανόνων, θεσπίζοντας εναρμονισμένους και ενισχυμένους κανόνες για τον ιδιωτικό τομέα, υπογράμμισε ο κ. Τζερμιαδιανός στην τοποθέτησή του.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κανόνες εστιάζουν σε θέματα όπως οι εσωτερικές πολιτικές, τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, οι απαιτήσεις διαφάνειας για τον πραγματικό δικαιούχο και η υποχρέωση αναφοράς των συναλλαγών.
Πέραν των εποπτικών εξουσιών και προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση, σε περιπτώσεις σοβαρών, συστηματικών ή επαναλαμβανόμενων παραβιάσεων άμεσα εφαρμοστέων απαιτήσεων, η αρχή θα επιβάλλει χρηματικές κυρώσεις όπου κρίνει.
Παράλληλα διαμορφώνεται η νέα κοινή ευρωπαϊκή μεθοδολογία για την αξιολόγηση του κινδύνου ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, σηματοδοτώντας τη βαρύτητα που αποδίδει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην καταπολέμησή τους.
Σε αυτό το νέο σύστημα η εποπτεία δεν περιορίζεται στην ύπαρξη τυπικών πολιτικών συμμόρφωσης. Το βάρος μεταφέρεται ολοένα περισσότερο στην πραγματική αποτελεσματικότητα των μηχανισμών που διαθέτουν οι τράπεζες και τα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για να αναγνωρίζουν τον κίνδυνο, να γνωρίζουν επαρκώς τον πελάτη τους, να παρακολουθούν συνεχώς τις συναλλαγές και να εντοπίζουν έγκαιρα ασυνήθιστες ή ύποπτες δραστηριότητες.
Συνεπώς, η AMLA σηματοδοτεί τη μετάβαση από ένα εποπτικό σύστημα που βασιζόταν στις εθνικές πρακτικές σε ένα ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό σύστημα με κοινή μεθοδολογία και κοινά κριτήρια αξιολόγησης του κινδύνου για όλα τα κράτη μέλη και για όλους τους τύπους εταιρειών, από μεγάλες διασυνοριακές τράπεζες μέχρι μικρότερες εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Ο ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος
Η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) διατηρεί κεντρικό ρόλο στη μετάβαση προς το νέο σύστημα, καθώς αποτελεί την αρμόδια εποπτική αρχή για την εφαρμογή του πλαισίου πρόληψης ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στα ιδρύματα που εποπτεύει.
Ως αποτέλεσμα, καλείται να ασκήσει τις αρμοδιότητές της μέσω κανονιστικών πράξεων, παροχής οδηγιών, αξιολόγησης κινδύνων, επιτόπιων ελέγχων και, όπου απαιτείται, διοικητικών κυρώσεων.
Παράλληλα, η ΤτΕ έχει αναλάβει την ενιαία κοινή εκπροσώπηση των ελληνικών εποπτικών αρχών στην εποπτική σύνθεση της AMLA.