Ριζικές αλλαγές στο ευρωπαϊκό πλαίσιο για την καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος βρίσκονται πλέον σε πλήρη εξέλιξη, καθώς η νέα ευρωπαϊκή Αρχή για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας (Anti-Money Laundering Authority – AMLA) περνά σταδιακά από τη φάση της θεσμικής συγκρότησης στην ανάπτυξη ενός ενιαίου εποπτικού μηχανισμού για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η AMLA ξεκίνησε τη λειτουργία της το 2025 και βρίσκεται σε διαδικασία ανάπτυξης υποδομών, στελέχωσης κλπ ώστε να καταστεί πλήρως λειτουργική την 1η Ιανουαρίου 2028.
Από τότε προβλέπεται να αναλάβει την άμεση εποπτεία 40 εταιρειών του χρηματοπιστωτικού τομέα, ενώ παράλληλα θα διαμορφώσει ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο εποπτείας για την πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Η αλλαγή είναι ουσιαστική, καθώς η Ευρώπη μεταβαίνει από ένα σύστημα στο οποίο η εφαρμογή των κανόνων βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στις επιμέρους εθνικές προσεγγίσεις, σε ένα περισσότερο εναρμονισμένο ρυθμιστικό και εποπτικό περιβάλλον.
Βασικοί πυλώνες αυτής της μετάβασης είναι η AMLA και ο νέος ευρωπαϊκός Κανονισμός για την πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος (Anti-Money Laundering Regulation – AMLR), η εφαρμογή του οποίου αποτελεί σημαντικό ορόσημο.
Η AMLA χτίζει το νέο ευρωπαϊκό εποπτικό μοντέλο
Η περίοδος έως το 2028 δεν αποτελεί απλώς χρόνο προετοιμασίας. Είναι η περίοδος κατά την οποία διαμορφώνονται οι κανόνες και οι μέθοδοι που θα εφαρμόζονται τα επόμενα χρόνια σε ολόκληρη την ΕΕ.
Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, εντός του 2026 αναμένεται η έκδοση 24 κανονιστικών κειμένων, μεταξύ των οποίων ρυθμιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα και κατευθυντήριες γραμμές.
Παράλληλα διαμορφώνεται η νέα κοινή ευρωπαϊκή μεθοδολογία για την αξιολόγηση του κινδύνου ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Σε αυτό το νέο σύστημα η εποπτεία δεν περιορίζεται στην ύπαρξη τυπικών πολιτικών συμμόρφωσης. Το βάρος μεταφέρεται ολοένα περισσότερο στην πραγματική αποτελεσματικότητα των μηχανισμών που διαθέτουν οι τράπεζες και τα υπόλοιπα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για να αναγνωρίζουν τον κίνδυνο, να γνωρίζουν επαρκώς τον πελάτη τους, να παρακολουθούν συνεχώς τις συναλλαγές και να εντοπίζουν έγκαιρα ασυνήθιστες ή ύποπτες δραστηριότητες.
Κομβικός ο ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος
Η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) διατηρεί κεντρικό ρόλο στη μετάβαση προς το νέο σύστημα. Είναι η αρμόδια εποπτική αρχή για την εφαρμογή του πλαισίου πρόληψης ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στα ιδρύματα που εποπτεύει, ασκώντας τις αρμοδιότητές της μέσω κανονιστικών πράξεων, παροχής οδηγιών, αξιολόγησης κινδύνων, επιτόπιων ελέγχων και, όπου απαιτείται, διοικητικών κυρώσεων.
Παράλληλα, η ΤτΕ έχει αναλάβει την ενιαία κοινή εκπροσώπηση των ελληνικών εποπτικών αρχών στην εποπτική σύνθεση της AMLA.
Κατά το 2025 συμμετείχε στα πέντε Γενικά Συμβούλια της νέας Αρχής, όρισε εκπροσώπους σε έξι Ομάδες Εργασίας και συμμετείχε στην επεξεργασία 11 ρυθμιστικών ή εφαρμοστικών τεχνικών προτύπων και κατευθυντήριων γραμμών, καθώς και στην οριστικοποίηση της νέας μεθοδολογίας αξιολόγησης κινδύνου.
Το νέο μοντέλο, επομένως, δεν σημαίνει ότι οι εθνικές εποπτικές αρχές παύουν να έχουν ρόλο.
Αντίθετα, δημιουργείται ένα πολυεπίπεδο ευρωπαϊκό σύστημα, στο οποίο η AMLA αναλαμβάνει ισχυρές κεντρικές αρμοδιότητες και άμεση εποπτεία επιλεγμένων οντοτήτων, ενώ οι εθνικές αρχές εξακολουθούν να έχουν καθοριστική θέση στην εποπτεία, στην εφαρμογή των κοινών μεθοδολογιών και στη συνεργασία με την ευρωπαϊκή Αρχή.
Εντείνεται η εποπτεία στην Ελλάδα
Η προετοιμασία για το νέο καθεστώς συνοδεύεται ήδη από ενίσχυση των ελέγχων στην ελληνική αγορά.
Το 2025 η Τράπεζα της Ελλάδος αξιολόγησε το επίπεδο κινδύνου ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και τους σχετικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, σε 128 εποπτευόμενα ιδρύματα που δραστηριοποιούνται σε 10 διαφορετικούς κλάδους.
Παράλληλα ζήτησε πρόσθετα στοιχεία για περιοχές αυξημένου κινδύνου, παρακολούθησε την εφαρμογή διορθωτικών μέτρων προηγούμενων ετών και παρείχε στοχευμένες οδηγίες στα εποπτευόμενα ιδρύματα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στις Business-Wide Risk Assessments, δηλαδή στην αξιολόγηση από κάθε οργανισμό του συνολικού κινδύνου ΞΧ/ΧΤ που προκύπτει από το σύνολο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας.
Η ΤτΕ ζήτησε από πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα πληρωμών και ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος επικαιροποιημένες εκτιμήσεις, τις αξιολόγησε και όπου διαπίστωσε ανάγκη απαίτησε συγκεκριμένες προσαρμογές για αποτελεσματικότερο εντοπισμό και περιορισμό του κινδύνου.
Την ίδια χρονιά πραγματοποιήθηκαν τέσσερις νέοι επιτόπιοι έλεγχοι, σε δύο πιστωτικά ιδρύματα και δύο ιδρύματα πληρωμών, ενώ ολοκληρώθηκαν ακόμη δύο έλεγχοι που είχαν ξεκινήσει το 2024.
Το επίκεντρο ήταν οι διαδικασίες και κυρίως τα πληροφοριακά συστήματα παρακολούθησης των συναλλαγών, η δυνατότητα εντοπισμού ασυνήθων ή ύποπτων κινήσεων και η υποβολή σχετικών αναφορών στην εθνική Αρχή Καταπολέμησης.
Στους ελέγχους εντοπίστηκαν αδυναμίες τόσο σε πολιτικές και διαδικασίες όσο και στα μέτρα δέουσας επιμέλειας και στα συστήματα παρακολούθησης συναλλαγών.
Παράλληλα, η ΤτΕ διοργάνωσε τέσσερα εποπτικά Κολλέγια ΚΞΧ/ΧΤ για ισάριθμα ιδρύματα και συμμετείχε ως μόνιμο μέλος σε Κολλέγια για 19 ακόμη εποπτευόμενα ιδρύματα, τα οποία οργανώθηκαν από έξι ευρωπαϊκές αρμόδιες αρχές.
Πρόστιμα 1,89 εκατ. ευρώ για παραβάσεις
Η αυστηροποίηση της εποπτείας αποτυπώθηκε και στο επίπεδο των κυρώσεων. Κατά το 2025 η Τράπεζα της Ελλάδος διαπίστωσε 13 παραβάσεις του πλαισίου για το ξέπλυμα χρήματος και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας από τράπεζα.
Για τις συγκεκριμένες παραβάσεις επιβλήθηκε συνολικό χρηματικό πρόστιμο 1,891 εκατ. ευρώ, ενώ από το ίδρυμα ζητήθηκε παράλληλα η λήψη διορθωτικών μέτρων. Συνολικά, για όλες τις κατηγορίες παραβάσεων της εποπτικής αρμοδιότητας της ΤτΕ, τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν το 2025 ανήλθαν σε 2,273 εκατ. ευρώ.
Οι προτεραιότητες έως το 2028
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει πλέον εντάξει τη μετάβαση στο νέο σύστημα της AMLA στις βασικές εποπτικές προτεραιότητες της περιόδου 2026-2028.
Στην πρώτη γραμμή βρίσκονται η ενεργή συμμετοχή στη διαμόρφωση των νέων ευρωπαϊκών κανόνων, η εφαρμογή στην Ελλάδα της κοινής μεθοδολογίας αξιολόγησης κινδύνου της AMLA και η προετοιμασία των εποπτευόμενων ιδρυμάτων για τον AMLR, ο οποίος θα αρχίσει να εφαρμόζεται στις 10 Ιουλίου 2027.
Παράλληλα, προβλέπεται εντατικοποίηση της εποπτείας και των επιτόπιων ελέγχων, με ιδιαίτερη έμφαση στις διαδικασίες και στα πληροφοριακά συστήματα διαρκούς παρακολούθησης των συναλλαγών των πελατών.
Στόχος είναι η αποτελεσματικότερη ανίχνευση και διερεύνηση ύποπτων συναλλαγών και η έγκαιρη υποβολή αναφορών στην αρμόδια εθνική Αρχή.
Το 2027 αποτελεί το πρώτο μεγάλο κανονιστικό ορόσημο με την εφαρμογή του AMLR, ενώ το 2028 σηματοδοτεί την πλήρη επιχειρησιακή ενεργοποίηση της AMLA και την έναρξη της άμεσης εποπτείας των 40 χρηματοπιστωτικών εταιρειών που θα υπαχθούν στο νέο ευρωπαϊκό καθεστώς.
Για τις τράπεζες και τα υπόλοιπα εποπτευόμενα ιδρύματα η συμμόρφωση με το πλαίσιο για το ξέπλυμα χρήματος μετατρέπεται από εθνική κανονιστική υποχρέωση σε ενιαία ευρωπαϊκή εποπτική απαίτηση, με κοινές μεθοδολογίες, αυστηρότερους ελέγχους και πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα συγκριτικής αξιολόγησης των συστημάτων και των πρακτικών κάθε οργανισμού.