Σημαντική δυναμική για την ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας αναδεικνύει νέα μελέτη της Μονάδας Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας της Eurobank, η οποία εκτιμά ότι το ΑΕΠ της Ελλάδας θα μπορούσε να αυξηθεί μακροχρόνια έως και κατά 12,7%, εφόσον η χώρα προσεγγίσει τα υψηλότερα πρότυπα ποιότητας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την επιστημονική έρευνα.
Η ανάλυση επισημαίνει τη σημαντική αναπτυξιακή προοπτική των ελληνικών πανεπιστημίων, ενώ παράλληλα αναδεικνύει τις προκλήσεις που παραμένουν σε τομείς όπως η ποιότητα σπουδών, η σύνδεση με την αγορά εργασίας, η έρευνα και η προσέλκυση αλλοδαπών φοιτητών.
Το ελληνικό σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης καταγράφει το υψηλότερο μέσο ποσοστό συμμετοχής νέων στην ΕΕ-27, φτάνοντας το 55,7% για τους 20χρονους, έναντι μέσου όρου 33,1%. Την περίοδο 2001-2023, ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών υπερ-οκταπλασιάστηκε στους 106,8 χιλιάδες, ενώ οι διδακτορικοί σχεδόν τριπλασιάστηκαν στους 33,7 χιλιάδες. Παράλληλα, η αύξηση των αποφοίτων συνοδεύτηκε από ταχύτερη άνοδο σε όσους συνέχισαν σε μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές, αντανακλώντας την αυξανόμενη ζήτηση για υψηλότερα ακαδημαϊκά προσόντα.
Ωστόσο, η αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων δεν συνοδεύτηκε απαραίτητα από βελτίωση της ποιότητας. Σύμφωνα με την έρευνα PIAAC του ΟΟΣΑ, το 19% των αποφοίτων πανεπιστημίου χαρακτηρίζονται λειτουργικά αναλφάβητοι, ενώ παρόμοια αποτελέσματα καταγράφει και η έρευνα PISA για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Παρά την εκθετική αύξηση των πτυχιούχων, οι βασικές δεξιότητες του πληθυσμού βελτιώθηκαν ελάχιστα, γεγονός που εγείρει ερωτήματα σχετικά με τον κίνδυνο πληθωρισμού πτυχίων και τη χαλάρωση των ακαδημαϊκών κριτηρίων.
Η αποσύνδεση μεταξύ προσόντων και αγοράς εργασίας παραμένει έντονη. Η Ελλάδα καταγράφει από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην αντιστοίχιση δεξιοτήτων με την αγορά εργασίας μεταξύ 31 χωρών, σύμφωνα με το CEDEFOP. Επιπλέον, η χώρα εμφανίζει υψηλό ποσοστό υπερ-ειδίκευσης, με μεγάλο αριθμό πτυχιούχων να απασχολούνται σε θέσεις χαμηλότερης εξειδίκευσης, υποδεικνύοντας τόσο πληθωρισμό πτυχίων όσο και περιορισμένη παραγωγική βάση.
Χρηματοδότηση και Έρευνα στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση
Στον τομέα της χρηματοδότησης, η Ελλάδα καταγράφει χαμηλές συνολικές δαπάνες εκπαίδευσης ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά υπερβαίνει τον μέσο όρο της ΕΕ-27 στις δαπάνες για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η αύξηση των επενδύσεων παγίων τα τελευταία χρόνια ενισχύει τη δυναμική του τομέα, με τις συνολικές δαπάνες να φτάνουν το 2,7% του συνόλου των δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης το 2024.
Σημαντική πρόοδος καταγράφεται και στον τομέα της έρευνας. Ο αριθμός των επιστημονικών δημοσιεύσεων από ελληνικούς φορείς αυξήθηκε εντυπωσιακά, ενώ βελτιώθηκε και η ποιότητα, όπως αποτυπώνεται στον δείκτη απήχησης και τον αριθμό διεθνών συνεργασιών. Οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη (R&D) στα πανεπιστήμια αυξήθηκαν, ενώ η απόσταση από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 μειώνεται σταδιακά.
Οφέλη για την Οικονομία και Προοπτικές
Η ψήφιση του Νόμου 5094/2024, που επιτρέπει τη λειτουργία παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων στην Ελλάδα, δημιουργεί προσδοκίες για περαιτέρω ενίσχυση της συνεισφοράς της ανώτατης εκπαίδευσης στην ανάπτυξη. Τα πανεπιστήμια επιδρούν στην οικονομία μέσω της παροχής καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού, της διάχυσης καινοτομίας, της στελέχωσης θεσμικών οργάνων και της ενίσχυσης της εγχώριας ζήτησης.
Ενώ οι βραχυπρόθεσμες επιδράσεις κυμαίνονται μεταξύ 1%-3% του ΑΕΠ, οι μακροχρόνιες προκύπτουν από τη συσσώρευση ανθρώπινου κεφαλαίου, την έρευνα και την καινοτομία. Η διαρκής βελτίωση της ποιότητας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αναμένεται να αποτελέσει καταλύτη για τη βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.