Οι προσδοκίες της αγοράς για διπλωματικές επαφές μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας και Ρωσίας, με επίκεντρο το Ιράν, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, αποτελούν, σύμφωνα με τον Κωστή Σταμπολή, πρόεδρο του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ), έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το Brent διατηρείται κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι, παρά τις πρόσφατες επιθέσεις στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας.
Όπως εξήγησε, μιλώντας στο Business Daily o πρόεδρος του ΙΕΝΕ, «υπάρχουν προσδοκίες για συνομιλίες μεταξύ της Ρωσίας, της Κίνας και των ΗΠΑ με επίκεντρο το Ιράν και αυτός είναι ένας λόγος που δίνει στους αναλυτές κάποια ελπίδα ότι μπορεί να υπάρξει αποκλιμάκωση».
Από τα 108 δολάρια στο όριο των 100
Παρά τη συνέχιση των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή, με αποκορύφωμα τις επιθέσεις των Χούθι στο Ριάντ (αν και σχεδόν όλες αναχαιτίστηκαν), το ενδεχόμενο διπλωματικής κινητικότητας και εν τέλει κάποιας αποκλιμάκωσης, φαίνεται να λειτουργεί ως παράγοντας συγκράτησης των τιμών.
Το Brent υποχώρησε χθες, Δευτέρα, κοντά στα 100 δολάρια, στην χαμηλότερη, δηλαδή, τιμή των τελευταίων 11 ημερών.
Θυμίζουμε πως την περασμένη εβδομάδα η τιμή του πετρελαίου είχε φτάσει στα 108 δολάρια το βαρέλι, στον απόηχο των επιθέσεων στη Σαουδική Αραβία, που προκάλεσαν διαταραχές στις ροές πετρελαίου και ενίσχυσαν τους φόβους για περιορισμό της προσφοράς.
Ο ρόλος Κίνας και Ρωσίας
Πλέον τα βλέμματα στρέφονται στη Νέα Υόρκη, όπου ξεκινά σήμερα η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, στο πλαίσιο της οποίας αναμένονται επαφές και συνομιλίες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την πορεία της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν και, κατ’ επέκταση, τις αγορές ενέργειας.
Όπως αναφέρει ο κ. Σταμπολής στο Business Daily υπάρχουν προσδοκίες και για διπλωματικές επαφές μεταξύ των ΗΠΑ, της Κίνας και της Ρωσίας με επίκεντρο το Ιράν. Η προοπτική ενός τέτοιου διαλόγου δημιουργεί, σύμφωνα με τον ίδιο, την προσδοκία ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποια αποκλιμάκωση της έντασης στην περιοχή και γι' αυτό η τιμή του Brent δεν έχει ανέβει περαιτέρω.
Αξίζει να σημειώσουμε πως η Ρωσία εκπροσωπείται στη Γενική Συνέλευση από τον υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, ενώ ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ θα μεταβεί στις ΗΠΑ από την Τετάρτη έως και την Παρασκευή.
Η πορεία των διπλωματικών επαφών και η στάση των τριών χωρών απέναντι στο Ιράν αποτελούν κρίσιμο παράγοντα για την παγκόσμια αγορά πετρελαίου, καθώς μπορούν να επηρεάσουν τόσο την πραγματική προσφορά αργού όσο και το ασφάλιστρο γεωπολιτικού κινδύνου που ενσωματώνουν οι τιμές.
Θυμίζουμε πως οι ΗΠΑ εφαρμόζουν εκτεταμένο καθεστώς κυρώσεων κατά του Ιράν, μεταξύ άλλων σε πρόσωπα, εταιρείες και δίκτυα που συνδέονται με τις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου.
Αντίθετα, η Κίνα αποτελεί τον σημαντικότερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου. Μάλιστα, σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου κατευθύνεται στην Κίνα, με σημαντικό μέρος να απορροφάται από ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια.
Η σχέση Ρωσίας-Ιράν είναι επίσης σημαντική σε γεωπολιτικό και ενεργειακό επίπεδο, με την πρώτη να αποτελεί σημαντικό προμηθευτή πετρελαίου για την Κίνα.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, η Ρωσία και η Κίνα άσκησαν βέτο σε αμερικανικό σχέδιο απόφασης που αποσκοπούσε στην παράταση της εντολής ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων για την παρακολούθηση των κυρώσεων του ΟΗΕ κατά του Ιράν.
Οι κυρώσεις αυτές είχαν επανέλθει το 2025 μέσω του μηχανισμού «snapback», ενώ Ρωσία και Κίνα αμφισβητούν τη νομική βάση της επαναφοράς τους.
Την ίδια στιγμή ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει πλέον ανοιχτός σε συνάντηση με τον Ιρανό πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν, ο οποίος αναμένεται στη Νέα Υόρκη για τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.
Μάλιστα, σύμφωνα με το Reuters, το Ιράν έχει μεταφέρει μέσω διαμεσολαβητών τους όρους του για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων.
Βέβαια, την περασμένη εβδομάδα, ο ίδιος δήλωσε πως δεν θεωρεί πιθανό να τερματιστεί ο πόλεμος με το Ιράν πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Η JP Morgan αδυνατεί να κάνει προβλέψεις
Βέβαια, παρότι υπάρχει η προοπτική συνομιλιών στη Νέα Υόρκη, αν δεν υπάρξει καμία εξέλιξη, ο κίνδυνος για περαιτέρω αυξήσεις στο πετρέλαιο θα επανέλθει.
Ο κίνδυνος αυτός ενισχύεται και από το πρόσφατο report της JP Morgan, η οποία αναγνωρίζει ότι δυσκολεύεται πλέον να προβλέψει την πορεία των τιμών του πετρελαίου, καθώς ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν παρατείνεται και οι αρχικές οικονομικές παραδοχές της τράπεζας αποδεικνύονται ανεπαρκείς.
Όταν ξεκίνησε η σύγκρουση, η JP Morgan είχε εκτιμήσει ότι θα υπήρχαν ορισμένες «οικονομικές κόκκινες γραμμές» τις οποίες η αμερικανική κυβέρνηση δεν θα ήταν διατεθειμένη να ξεπεράσει.
Με βάση αυτή την υπόθεση, οι αναλυτές της τράπεζας περίμεναν ότι μέχρι τον Ιούνιο θα είχε επιτευχθεί κάποια συμφωνία που θα επέτρεπε την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ για τη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Μεταξύ των ορίων που είχε θέσει η JP Morgan ήταν η τιμή του πετρελαίου να ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, ο πληθωρισμός να φτάσει το 4%, η βενζίνη να υπερβεί τα 5 δολάρια το γαλόνι και η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου να ανέλθει στο 5%.
Οι «κόκκινες γραμμές» ξεπεράστηκαν
Παρά το γεγονός ότι η τιμή της βενζίνης παραμένει κάτω από τα 5 δολάρια το γαλόνι και ο πληθωρισμός δεν έχει φτάσει το 4%, η τιμή του πετρελαίου έχει επιστρέψει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι τις τελευταίες εβδομάδες.
Παράλληλα, η απόδοση των αμερικανικών 10ετών κρατικών ομολόγων, δηλαδή το κόστος με το οποίο το αμερικανικό Δημόσιο δανείζεται χρήματα από τις αγορές, έχει επίσης ξεπεράσει το 5%.
«Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, πολλές από αυτές τις γραμμές έχουν πλέον ξεπεραστεί, ωστόσο η στρατηγική εξόδου είναι λιγότερο σαφής, όχι περισσότερο», αναφέρει η ομάδα αναλύσεων εμπορευμάτων της JP Morgan.
«Για πρώτη φορά από την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν, δεν έχουμε πλέον ένα βασικό σενάριο. Απλώς δεν γνωρίζουμε πώς να μοντελοποιήσουμε την τελική έκβαση», προσθέτει.