Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να κινείται ταχύτερα από την υπόλοιπη Ευρωζώνη, ωστόσο τα πρώτα σημάδια επιβράδυνσης στην κατανάλωση, οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή διαμορφώνουν ένα πιο σύνθετο περιβάλλον για τους επόμενους μήνες.
Την εικόνα αυτή σκιαγραφεί ο Chief Economist της Eurobank, Τάσος Αναστασάτος, σχολιάζοντας τα στοιχεία για το ΑΕΠ του πρώτου τριμήνου του 2026.
Όπως επισημαίνει ο κ. Αναστασάτος, «το ελληνικό ΑΕΠ σημείωσε το 1ο τρίμηνο του 2026 πραγματική αύξηση κατά 2,0% σε ετήσια βάση, αν και επιβραδύνθηκε στο +0,2% σε τριμηνιαία βάση. Η επίδοση αυτή, αν και ελαφρώς χαμηλότερη από το 4ο τρίμηνο του 2025, συνιστά για ένα ακόμη τρίμηνο σημαντική υπεραπόδοση έναντι της Ευρωζώνης, που κατέγραψε ισχνή ετήσια ανάπτυξη +0,3% ΥοΥ».
Κεντρικός μοχλός της ανάπτυξης παραμένουν οι επενδύσεις, οι οποίες συνεχίζουν να τροφοδοτούνται από την υλοποίηση έργων που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ).
Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Eurobank, «για τρίτο συνεχές τρίμηνο, οι επενδύσεις παγίων αυξήθηκαν με διψήφιο ρυθμό (+12,1% YoY), λαμβάνοντας στήριξη και από την επιτάχυνση υλοποίησης του ΤΑΑ ενόψει του τερματισμού του προγράμματος. Οι επενδύσεις παγίων είχαν την μεγαλύτερη συνεισφορά στην ετήσια ανάπτυξη (2 ποσοστιαίες μονάδες)».
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, διαφαίνονται ενδείξεις κόπωσης στην κατανάλωση. Όπως αναφέρει ο κ. Αναστασάτος, «η ιδιωτική κατανάλωση παρέμεινε σε θετικό έδαφος αλλά επιβραδύνθηκε στο +0,7%, πιθανώς λόγω και της επιδείνωσης της καταναλωτικής εμπιστοσύνης στο επέκεινα της έναρξης του πολέμου στο Ιράν κατά το τέλος του τριμήνου».
Παράλληλα προειδοποιεί ότι «η άνοδος του πληθωρισμού τον Απρίλιο και τον Μάιο 2026, σε συνδυασμό με την αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών στην Ελλάδα, δημιουργούν καθοδικούς κινδύνους για τον ρυθμό αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης τα επόμενα τρίμηνα».
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον εξωτερικό τομέα, όπου η βελτίωση των επιδόσεων αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στις χαμηλότερες τιμές ενέργειας κατά τους πρώτους μήνες του έτους. Ωστόσο, η εικόνα αυτή ενδέχεται να ανατραπεί μετά την κλιμάκωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή.
Όπως τονίζει ο Τάσος Αναστασάτος, «είναι προφανές ότι η αύξηση των τιμών της ενέργειας που καταγράφεται μετά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, και η οποία δεν προβλέπεται να αναστραφεί πλήρως πριν την πάροδο κάποιου διαστήματος, αποτελεί ανοδικό κίνδυνο για το έλλειμμα του ΙΤΣ κατά το σύνολο του έτους».
Από την πλευρά της παραγωγής, η οικονομική δραστηριότητα εξακολουθεί να στηρίζεται κυρίως στις κατασκευές, τη βιομηχανία, τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και τις δραστηριότητες ενημέρωσης και επικοινωνίας. Αντίθετα, αρνητική ήταν η συμβολή του κλάδου εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης, κυρίως λόγω αδυναμίας στις μεταφορές.
Η επιβράδυνση της κατανάλωσης αντανακλάται και στην αγορά εργασίας. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Eurobank σημειώνει ότι «καταγράφηκε άνοδος του μη εποχικά προσαρμοσμένου ποσοστού ανεργίας σε ετήσια βάση για πρώτη φορά από το 1ο τρίμηνο του 2024 (στο 10,6%). Ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε στους 508,4 χιλ. ενώ ο αριθμός των απασχολουμένων επίσης ενισχύθηκε κατά 55,4 χιλ. άτομα ή 1,3%».
Παράλληλα, η παραγωγικότητα της εργασίας συνεχίζει να αυξάνεται μεν, αλλά με επιβραδυνόμενο ρυθμό, ενώ ο πληθωρισμός παραμένει υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, στοιχείο που σύμφωνα με τον ίδιο συνιστά μακροπρόθεσμο κίνδυνο για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Στα συμπεράσματά του, ο κ. Αναστασάτος υπογραμμίζει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης, ωστόσο η επόμενη ημέρα απαιτεί μεγαλύτερη έμφαση στις ιδιωτικές επενδύσεις και στην παραγωγικότητα.
Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «για την αποφυγή απότομης μείωσης των επενδύσεων μετά το τέλος του ΤΑΑ (cliff effect), είναι επιτακτική ανάγκη η προσέλκυση περισσότερων και ποιοτικότερων ιδιωτικών επενδύσεων μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», ενώ προειδοποιεί ότι «η διατήρηση ικανοποιητικών ρυθμών ανάπτυξης για τα επόμενα έτη θα απαιτήσει την τόνωση της -ισχνής προς ώρας- αύξησης της παραγωγικότητας. Τέλος, η ελλειμματικότητα του εξωτερικού ισοζυγίου έχει προσλάβει χαρακτήρα χρόνιου προβλήματος και θα απαιτήσει πιο συστηματική δράση».