Σε ανθεκτική τροχιά παραμένει η ελληνική οικονομία, παρά τις διεθνείς αναταράξεις και την αυξημένη αβεβαιότητα, σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank για τις εξελίξεις στο β' τρίμηνο του 2026.
Η οικονομική δραστηριότητα συνεχίζει να κινείται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ κατανάλωση, επενδύσεις και αγορά εργασίας διατηρούν θετική δυναμική.
Σύμφωνα με την ανάλυση, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση και κατά 0,3% σε τριμηνιαία βάση, έναντι 2% και 0,2% αντίστοιχα το προηγούμενο τρίμηνο. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί έτσι να αναπτύσσεται ταχύτερα από την ευρωζώνη, όπου ο ρυθμός ανάπτυξης διαμορφώθηκε στο 1,2%, καταγράφοντας υψηλότερη επίδοση για 20ό συνεχόμενο τρίμηνο.
Ωστόσο, παρά τη σημαντική μεταπανδημική ανάκαμψη, το πραγματικό ΑΕΠ εξακολουθεί να βρίσκεται 13,6% χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό του β' τριμήνου 2007.
Βασικό μοχλό της ανάπτυξης αποτέλεσαν οι επενδύσεις παγίων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 6,1% σε ετήσια βάση, με την οικοδομική δραστηριότητα και τα μεγάλα έργα υποδομής να έχουν καθοριστική συμβολή. Παράλληλα, η ιδιωτική κατανάλωση είχε τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην αύξηση του ΑΕΠ, προσθέτοντας 1,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Σε επίπεδο κλάδων, ξεχώρισαν οι κατασκευές, με αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας κατά 13,5%, οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες (+7,1%), ο αγροτικός τομέας (+4,6%) και οι δραστηριότητες ενημέρωσης και επικοινωνίας (+3,9%). Αντίθετα, το εμπόριο, οι μεταφορές, τα καταλύματα και η εστίαση κατέγραψαν συνολικά υποχώρηση 1,1%.
Θετική είναι και η εικόνα στην αγορά εργασίας. Το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,9% από 8,6% ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ ο αριθμός των ανέργων μειώθηκε κατά 7,8%, στους 379.700. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η μείωση των μακροχρόνια ανέργων, οι οποίοι περιορίστηκαν κατά 14,2%, στις 201.400.
Παρά τη βελτίωση, παραμένουν σημαντικές προκλήσεις, όπως η χαμηλή συμμετοχή νέων και γυναικών στην αγορά εργασίας, το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ και το επίμονο έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο.
Στο μέτωπο της οικονομικής πολιτικής, τα μέτρα που παρουσιάστηκαν στη ΔΕΘ αναμένεται να στηρίξουν διαθέσιμο εισόδημα, κατανάλωση, επενδύσεις και επιχειρηματικότητα. Η ανάλυση εκτιμά ότι το συνολικό κόστος των παρεμβάσεων που θα επηρεάσουν την οικονομία ανέρχεται σε περίπου 5 δισ. ευρώ το 2027, με την τελική επίδραση στην ανάπτυξη να εξαρτάται από τη σύνθεση και τον χρόνο εφαρμογής τους.
Συνολικά, η ελληνική οικονομία εμφανίζει ανθεκτικότητα, με την επιτάχυνση των επενδύσεων, την ενίσχυση της απασχόλησης και την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης να αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη διατήρηση της ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.