Το μεγαλύτερο πρόβλημα του πράσινου υδρογόνου σήμερα δεν είναι ότι λείπουν τα σχέδια. Είναι ότι δεν έχει ακόμη απαντηθεί πειστικά ποιος θα αγοράζει την παραγωγή, σε ποια τιμή και με ποιους όρους.
Αυτό είναι πλέον το κρίσιμο σημείο για την ελληνική αγορά, καθώς αρκετά έργα έχουν περάσει από το στάδιο της ιδέας σε πιο ώριμη φάση, οι υποδομές αρχίζουν να σχεδιάζονται και το θεσμικό πλαίσιο σταδιακά συμπληρώνεται. Η οικονομική εξίσωση, όμως, παραμένει δύσκολη.
Το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας διατηρεί ακριβή την παραγωγή πράσινου υδρογόνου, οι δυνητικοί βιομηχανικοί καταναλωτές διστάζουν να δεσμευθούν σε μακροχρόνια συμβόλαια και οι πρώτοι επενδυτές καλούνται να αναλάβουν σημαντικό ρίσκο χωρίς ακόμη να υπάρχει ώριμη αγορά που να το ανταμείβει.
Ακριβώς αυτή η απόσταση μεταξύ επενδυτικών σχεδίων και πραγματικής ζήτησης αναδεικνύεται σήμερα ως το βασικό εμπόδιο για την επόμενη ημέρα του κλάδου.
Παράγοντες της αγοράς περιγράφουν μια αγορά που εισέρχεται σε πολύ πιο απαιτητική περίοδο: λιγότερες εξαγγελίες, αυστηρότερα οικονομικά κριτήρια και μεγαλύτερη έμφαση στο κατά πόσο ένα project μπορεί πράγματι να φτάσει σε επενδυτική απόφαση.
Οι ειδικοί συνοψίζουν την πρόκληση σε τρεις βασικούς παράγοντες: αβεβαιότητα για τη μελλοντική ζήτηση, υψηλό επενδυτικό ρίσκο και απουσία επαρκών κινήτρων για τους πρώτους επενδυτές.
Και κάπου εδώ βρίσκεται και το ελληνικό στοίχημα. Η χώρα διαθέτει άφθονο δυναμικό Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, θέση που μπορεί να τη συνδέσει με τους μελλοντικούς ευρωπαϊκούς διαδρόμους υδρογόνου και μια βιομηχανική βάση που δυνητικά μπορεί να δημιουργήσει κατανάλωση.
Αυτό που δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί είναι ο μηχανισμός που θα συνδέσει όλα αυτά σε μια οικονομικά βιώσιμη αγορά.