ΓΔ: 2661.3 -0.99% Τζίρος: 4,264.03 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:35:04
Αφίσα εκλογική  Γερμανίας
Φωτογραφία: Εκλογικές αφίσες στη Γερμανία. Credit: Shutterstock

Η Γερμανία σε περιπέτειες: Περιδίνηση πολιτικά, υπό πίεση οικονομικά

Σε εξέλιξη σήμερα οι κρίσιμες εκλογές στο Βερολίνο και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία. Η Γερμανία βιώνει εδώ και τέσσερα χρόνια παρατεταμένη πολιτική και οικονομική αστάθεια, από την κυβέρνηση Σολτς έως τη σημερινή πίεση στον Μερτς.

Ξανά μπροστά στις κάλπες βρίσκεται η Γερμανία, λίγες εβδομάδες μετά την ισχυρή επίδοση της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, η οποία προκάλεσε νέες αναταράξεις στο πολιτικό σκηνικό και αύξησε την πίεση προς τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς

Σε εξέλιξη είναι σήμερα οι εκλογές στο Βερολίνο και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία οι οποίες αποτελούν ακόμη μία κρίσιμη δοκιμασία για το CDU και για την ίδια την κυβερνητική σταθερότητα, με το Reuters να επισημαίνει ότι τα αποτελέσματα αναμένεται να εντείνουν τη συζήτηση για την πολιτική πορεία του καγκελαρίου.

Οι διαδοχικές αυτές εκλογικές αναμετρήσεις, ωστόσο, δεν αποτελούν μεμονωμένα επεισόδια. Εντάσσονται σε μια βαθύτερη περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας που διαρκεί περισσότερο από τέσσερα χρόνια, από την κυβέρνηση του Όλαφ Σολτς και τις εσωτερικές συγκρούσεις του τρικομματικού συνασπισμού έως την πτώση του και τη σημερινή αμφισβήτηση της κυβέρνησης Μερτς.

Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης δυσκολεύεται να επανακτήσει την πολιτική σταθερότητα που επί δεκαετίες αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματά της — με συνέπειες που πλέον ξεπερνούν σαφώς τα γερμανικά σύνορα.

Η περίοδος αβεβαιότητας άρχισε ουσιαστικά μετά το τέλος της μακράς εποχής της Άγκελα Μέρκελ. Όταν ο Όλαφ Σολτς ανέλαβε την καγκελαρία τον Δεκέμβριο του 2021, επικεφαλής του συνασπισμού SPD, Πρασίνων και FDP, η νέα κυβέρνηση είχε φιλόδοξα σχέδια για πράσινη μετάβαση, κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και οικονομική ανάκαμψη μετά την πανδημία.

Μέσα σε λίγους μήνες, όμως, το διεθνές περιβάλλον άλλαξε δραματικά. Ο πληθωρισμός, η ενεργειακή κρίση και κυρίως η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποκάλυψαν την έκταση της γερμανικής εξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια και ανέτρεψαν μεγάλο μέρος του οικονομικού σχεδιασμού του Βερολίνου.

Παράλληλα, οι διαφωνίες μέσα στην κυβέρνηση Σολτς γίνονταν ολοένα εντονότερες. Το SPD επέμενε στην κοινωνική προστασία, οι Πράσινοι στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης και το FDP στη δημοσιονομική πειθαρχία. Ήδη από το 2022 η κυβερνητική φθορά ήταν εμφανής, ενώ η δυσκολία συντονισμού των τριών κομμάτων δημιουργούσε την εικόνα μιας κυβέρνησης που αντιδρούσε στις κρίσεις περισσότερο από όσο κατάφερνε να τις προλαμβάνει.

Από την κυβέρνηση Σολτς στην κατάρρευση του συνασπισμού

Οι αρχικές διαφωνίες μετατράπηκαν σταδιακά σε βαθύτερη σύγκρουση για το οικονομικό μοντέλο της χώρας. Η Γερμανία βρέθηκε αντιμέτωπη με υψηλότερο ενεργειακό κόστος, προβλήματα ανταγωνιστικότητας, πίεση στη βιομηχανία και στην αυτοκινητοβιομηχανία, μεγάλες ανάγκες επενδύσεων και ταυτόχρονα τους περιορισμούς του συνταγματικού «φρένου χρέους».

Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε τον Νοέμβριο του 2024, όταν η διαφωνία γύρω από τον προϋπολογισμό και τις δημόσιες δαπάνες οδήγησε στην κατάρρευση του κυβερνητικού συνασπισμού. Όπως κατέγραφε τότε το Reuters, η Γερμανία οδηγήθηκε προς πρόωρες εκλογές ενώ η οικονομία της αντιμετώπιζε δεύτερο συνεχόμενο έτος συρρίκνωσης και οι διεθνείς προκλήσεις αυξάνονταν.

Οι εκλογές της 23ης Φεβρουαρίου 2025 έφεραν πρώτο το CDU/CSU του Φρίντριχ Μερτς, όμως δεν έλυσαν το βασικό πρόβλημα: τον πολιτικό κατακερματισμό. Η ενίσχυση της AfD περιόρισε ακόμη περισσότερο τις διαθέσιμες επιλογές σχηματισμού κυβέρνησης και ο Μερτς χρειάστηκε τη συνεργασία με το SPD για να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Ακόμη και η έναρξη της νέας κυβέρνησης έδειξε τις δυσκολίες. Τον Μάιο του 2025 ο Μερτς απέτυχε να εκλεγεί καγκελάριος στην πρώτη ψηφοφορία της Bundestag, παρότι τα κόμματα του συνασπισμού διέθεταν θεωρητικά την απαιτούμενη πλειοψηφία. Εξελέγη λίγες ώρες αργότερα στη δεύτερη ψηφοφορία, σε ένα πρωτοφανές περιστατικό για τη μεταπολεμική Γερμανία.

Από την προσδοκία σταθερότητας στη νέα κρίση Μερτς

Η άνοδος του Μερτς στην καγκελαρία είχε δημιουργήσει προσδοκίες για επιστροφή στην πολιτική σταθερότητα και επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων, σύμφωνα με την Deutsche Welle. Λίγο περισσότερο από έναν χρόνο αργότερα, όμως, ο ίδιος βρίσκεται αντιμέτωπος με αυξανόμενη αμφισβήτηση.

Οι δυσκολίες της οικονομίας, το κόστος ζωής, οι διαφωνίες στον κυβερνητικό συνασπισμό και η ισχυρή παρουσία της AfD έχουν περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια κινήσεων της κυβέρνησης. Οι σημερινές περιφερειακές εκλογές στο Βερολίνο και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς πραγματοποιούνται μετά τις σοβαρές απώλειες του CDU στη Σαξονία-Άνχαλτ και σε ένα κλίμα αυξανόμενης εσωκομματικής πίεσης προς τον καγκελάριο.

Στο Βερολίνο, η στέγαση και η ασφάλεια βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Περίπου το 85% των νοικοκυριών ζει σε ενοικιαζόμενη κατοικία, ενώ οι πολιτικές προτάσεις των κομμάτων διαφέρουν σημαντικά ως προς τον έλεγχο των ενοικίων, την κατασκευή νέων κατοικιών και την αστυνόμευση.

Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, η κατάσταση είναι ακόμη δυσκολότερη για τους Χριστιανοδημοκράτες. Οι χαμηλές δημοσκοπικές επιδόσεις του CDU έχουν μετατρέψει την αναμέτρηση σε ακόμη μία δοκιμασία για την ηγεσία του Μερτς.

Η Handelsblatt έχει καταγράψει τις τελευταίες ημέρες την αυξανόμενη δυσαρέσκεια στο εσωτερικό του CDU, με στελέχη του κόμματος να ζητούν αλλαγή πορείας και μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομία, στην ενέργεια, στις υποδομές και στη μείωση της γραφειοκρατίας. Οι οκτώ χριστιανοδημοκράτες πρωθυπουργοί κρατιδίων παρενέβησαν παράλληλα ζητώντας ενότητα και τερματισμό της δημόσιας συζήτησης γύρω από την ηγεσία.

Στον πυρήνα της πολιτικής κρίσης βρίσκεται η οικονομία. Η Γερμανία καλείται να προσαρμόσει μέσα σε λίγα χρόνια ένα οικονομικό μοντέλο που επί δεκαετίες στηριζόταν στη φθηνή ενέργεια, στην ισχυρή βιομηχανική παραγωγή και στις εξαγωγές. Η απώλεια της ρωσικής ενέργειας, ο εντεινόμενος ανταγωνισμός από την Κίνα, οι πιέσεις στην αυτοκινητοβιομηχανία, το υψηλό κόστος παραγωγής και οι τεράστιες ανάγκες επενδύσεων έχουν δημιουργήσει ένα πολύ δυσκολότερο περιβάλλον.

Οι οικονομικές προοπτικές για το 2026 είναι καλύτερες από ό,τι αναμενόταν πριν από μερικούς μήνες. Το Γερμανικό Οικονομικό Ινστιτούτο IW προβλέπει ανάπτυξη περίπου 1,2%, όμως εξακολουθεί να προειδοποιεί για υψηλό ενεργειακό κόστος, αδύναμες ιδιωτικές επενδύσεις και διαρθρωτικές δυσκολίες.

Το πρόβλημα επομένως δεν περιορίζεται στην εκάστοτε κυβέρνηση. Η οικονομική αδυναμία ενισχύει την κοινωνική δυσαρέσκεια, η κοινωνική δυσαρέσκεια τροφοδοτεί την πολιτική πόλωση και η πολιτική αστάθεια με τη σειρά της δυσκολεύει την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται για την ανάκαμψη.

Γιατί η γερμανική κρίση είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα

Ακριβώς γι' αυτό η κατάσταση στη Γερμανία δεν αποτελεί μόνο εσωτερική υπόθεση.

Ως μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Γερμανία βρίσκεται στον πυρήνα σχεδόν κάθε μεγάλης ευρωπαϊκής συζήτησης: από τη δημοσιονομική πολιτική και τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα μέχρι την άμυνα, την ενεργειακή ασφάλεια, το μεταναστευτικό και τη στήριξη της Ουκρανίας.

Μια κυβέρνηση που βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπη με εσωτερικές συγκρούσεις και εκλογικές πιέσεις έχει μικρότερο πολιτικό περιθώριο να αναλάβει δύσκολες πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Και αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ χρειάζεται μεγάλες επενδύσεις στην άμυνα, στις υποδομές, στην ενέργεια και στην τεχνολογία, ενώ παράλληλα προσπαθεί να μειώσει την απόσταση που τη χωρίζει από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.

Η πορεία των τελευταίων ετών είναι χαρακτηριστική: από την ενεργειακή κρίση και τις συγκρούσεις της κυβέρνησης Σολτς, στην κατάρρευση του συνασπισμού το 2024, στις πρόωρες εκλογές του 2025 και, σήμερα, στην αυξανόμενη πίεση προς τον Μερτς.

Το βασικό πρόβλημα επομένως δεν είναι μόνο ποιος βρίσκεται στην καγκελαρία. Είναι ότι η Γερμανία δυσκολεύεται εδώ και περισσότερα από τέσσερα χρόνια να ξαναβρεί τον συνδυασμό οικονομικής δυναμικής, κοινωνικής εμπιστοσύνης και πολιτικής σταθερότητας που επί δεκαετίες της επέτρεπε να λειτουργεί ως το βασικό σημείο αναφοράς της Ευρώπης.

Και όσο αυτή η αβεβαιότητα παρατείνεται, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στο Βερολίνο. Σε μια περίοδο βαθιών γεωπολιτικών και οικονομικών αλλαγών, μια πολιτικά αποδυναμωμένη Γερμανία σημαίνει αναπόφευκτα και μια Ευρώπη με δυσκολότερες αποφάσεις, μικρότερα περιθώρια ελιγμών και μεγαλύτερη αβεβαιότητα για την κατεύθυνσή της.

Google news logo Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Γερμανικό Κοινοβούλιο
ΔΙΕΘΝΗ

Απρόσμενη άνοδος του πληθωρισμού στη Γερμανία στο 2,4% τον Σεπτέμβριο

Η αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή στη Γερμανία στο 2,4% τον Σεπτέμβριο ξεπέρασε τις προβλέψεις, σηματοδοτώντας αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων και επηρεάζοντας τις προσδοκίες στην ευρωζώνη.
Καλάθι τροφίμων πληθωρισμός
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ράλι πληθωρισμού στην Ελλάδα στο 3,6%, ανέβηκε στο 2% στην ευρωζώνη

Με υψηλότερους ρυθμούς από κάθε άλλη χώρα της ευρωζώνης τρέχει ο πληθωρισμός στην Ελλάδα που διαμορφώθηκε στο 3,6% τον Ιούνιο. Στο 2% ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη σημειώνοντας οριακή άνοδο 0,1%.
Φριντριχ Μερτς ομιλία
ΔΙΕΘΝΗ

«Μπαζούκας» 1 τρισ. από τη Γερμανία: Τι σημαίνει για την Ευρώπη

Σήμερα η κρίσιμη ψηφοφορία στη γερμανική Βουλή για το «φρένο χρέους». Το «μπαζούκας» των νέων δαπανών για άμυνα και υποδομές, οι προβλέψεις για ανάπτυξη και χρέος και η επίδραση στις αγορές ομολόγων.
ΔΙΕΘΝΗ

Η μεγάλη «μάχη» που θα κρίνει το μέλλον του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα

Παρά τις σφοδρές αντιδράσεις της γερμανικής κυβέρνησης και της διοίκησης της Commerzbank, η Unicredit επιμένει στο μεγάλο διασυνοριακό deal. Η έναρξη διαπραγματεύσεων και το μείζον θέμα της περικοπής δαπανών.
ING GROEP
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πρωταθλήτρια η Ελλάδα μετά την πανδημία σε αύξηση ανταγωνιστικότητας

Σημαντική βελτίωση της θέσης της στην ευρωζώνη έχει επιτύχει η Ελλάδα, ενώ χάνουν έδαφος η Γερμανία και άλλες χώρες του Βορρά, σύμφωνα με ανάλυση της ING. Πώς η Γερμανία γίνεται πάλι ο «μεγάλος ασθενής».