Νέες αλλαγές στο επενδυτικό πρόγραμμα Golden Visa σχεδιάζει η κυβέρνηση, αυτήν τη φορά όχι για να περιορίσει τις ξένες επενδύσεις, αλλά για να τις ανακατευθύνει προς την αγορά μακροχρόνιας μίσθωσης.
Μέσα από μια σειρά ρυθμίσεων που επιδιώκουν να προσεγγίσουν ολιστικά το στεγαστικό πρόβλημα της χώρας και να αυξήσουν το απόθεμα προσιτών κατοικιών, προτείνεται μια εξειδικευμένη κατηγορία Golden Visa, προκειμένου να διορθώσει τις στρεβλώσεις που προκάλεσε στην αγορά ακινήτων τα τελευταία χρόνια.
Η νέα κατηγορία Golden Visa που εξετάζεται
Ήδη στο πρόσφατο παρελθόν η κυβέρνηση προχώρησε σε διορθωτικές κινήσεις αναφορικά με το πρόγραμμα «Χρυσή Βίζα», προκειμένου να αναστρέψει τις στρεβλώσεις που έχει προκαλέσει στην αγορά.
Αρχικά, απαγόρευσε στα ακίνητα που αποκτήθηκαν μέσω Golden Visa να χρησιμοποιηθούν στη βραχυχρόνια μίσθωση, ώστε οι ξένες επενδύσεις να συνδεθούν με πραγματική στεγαστική χρήση.
Επιπλέον, αύξησε το όριο ελάχιστης επένδυσης, κυρίως σε περιοχές με έντονη στεγαστική πίεση, ενώ έθεσε και περιορισμό στο είδος των ακινήτων, αφού πλέον η απαιτούμενη επένδυση πρέπει να αφορά ένα μοναδικό ακίνητο εμβαδού τουλάχιστον 120 τ.μ.
Πέραν αυτών, η νέα Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική 2026-2035 προτείνει μια εξειδικευμένη κατηγορία Golden Visa που θα κατευθύνει τις διεθνείς επενδύσεις προς την ενεργοποίηση κατοικιών για μακροχρόνια μίσθωση.
Συγκεκριμένα, το νέο μέτρο θα επιτρέπει στους ξένους επενδυτές να αποκτούν χαρτοφυλάκια με περισσότερα από ένα ακίνητα, με την προϋπόθεση ότι θα τα διαθέσουν στην αγορά μακροχρόνιας μίσθωσης.
Έτσι, «αίρεται» ο περιορισμός του μεγέθους του επενδυτικού ακινήτου για την απόκτηση της Χρυσής Βίζα, ενώ παράλληλα συνδέει με άμεσο τρόπο την επενδυτική δραστηριότητα με την αύξηση της προσφοράς κατοικιών, περιορίζοντας το φαινόμενο των «κενών» κατοικιών από ξένους αγοραστές που στόχευαν στην απόκτηση Golden Visa.
Τα επενδυτικά όρια του προγράμματος Golden Visa σήμερα
Η Golden Visa προσφέρει τον κάτοχό της και στα μέλη της οικογένειάς του δικαίωμα διαμονής στην Ελλάδα για 5 έτη, καθώς και τη δυνατότητα να ταξιδέψει σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα Σένγκεν για την ίδια περίοδο.
Για να ενταχθεί η επένδυση στο πρόγραμμα «Χρυσή Βίζα» θα πρέπει να αφορά σε ένα μοναδικό ακίνητο ελάχιστης επιφανείας 120 τ.μ και απαγορεύεται να λειτουργήσει ως κατάλυμα βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Όσον αφορά στα οικονομικά όρια επένδυσης, σήμερα υπάρχουν τρία επίπεδα:
- Επίπεδο Α - 800.000 ευρώ: Αφορά στις πιο δημοφιλείς περιοχές της Ελλάδας που θεωρούνται «κορεσμένες» λόγω αυξημένης ζήτησης και περιορισμένης προσφοράς. Η ελάχιστη απαιτούμενη επένδυση σε αυτές τις περιοχές αυξήθηκε στα 800.000 ευρώ, προκειμένου να προστατέψει την τοπική αγορά ακινήτων και να συγκρατήσει τις τιμές. Στις περιοχές αυτές συγκαταλέγεται το κέντρο της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας, τα Βόρεια Προάστια, η Αθηναϊκή Ριβιέρα, δημοφιλή νησιά του Αιγαίου.
- Επίπεδο Β - 400.000 ευρώ: Αφορά σε όλες τις άλλες περιοχές που δεν εμπίπτουν στην κατηγορία Α, με ελάχιστη απαιτούμενη επένδυση 400.000 ευρώ.
- Επίπεδο Γ - 250.000 ευρώ: Το βασικό ελάχιστο όριο παραμένει στις 250.000 ευρώ σε όλη τη χώρα, όμως πλέον αφορά μόνο σε επενδύσεις σε διατηρητέα κτίρια ή στην μετατροπή εμπορικών ακινήτων σε οικιστικά. Το κίνητρο αυτό σχεδιάστηκε για να αναβιώσει την αρχιτεκτονική κληρονομιά της Ελλάδας και να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία σε ακίνητα που βρίσκονται εκτός χρήσης.
Οι επιδράσεις της Golden Visa στην ελληνική αγορά ακινήτων
Η Golden Visa κατάφερε με επιτυχία να αυξήσει τις ξένες επενδύσεις και να προσελκύσει κεφάλαια στη χώρα, ωστόσο λειτούργησε και ως ακόμη ένας μοχλός πίεσης των τιμών ακινήτων.
Όπως αναφέρει το ΙΟΒΕ στη σχετική μελέτη «Η στέγαση στην Ελλάδα: Τάσεις, προκλήσεις και προοπτικές», τα ακίνητα κοντά στο κατώφλι της ελάχιστης επένδυσης της Χρυσής Βίζας ανατιμώνται προς τα πάνω, λόγω της αυξημένης ζήτησης που υπάρχει για το πρόγραμμα, γεγονός που επηρεάζει αναπόφευχτα και τις τιμές ενοικίασης.
Η μελέτη υπογραμμίζει πως το πρόγραμμα Χρυσή Βίζα ενίσχυσε σημαντικά την τουριστική ανάπτυξη και την εισροή κεφαλαίων στην Ελλάδα, ωστόσο επέφερε παράλληλα μια αισθητή μείωση της διαθέσιμης προσφοράς κατοικιών για μακροχρόνια μίσθωση.
Το στεγαστικό πρόβλημα της Ελλάδας
Το στεγαστικό πρόβλημα της Ελλάδας συνδέεται αναπόσπαστα με την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας το 2008, η οποία προκάλεσε την κατακόρυφη πτώση της οικοδομικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά, οι επενδύσεις στις κατασκευές άγγιξαν το ρεκόρ των 60 δισ. ευρώ το 2007, εκ των οποίων περίπου τα 40 δισ. αφορούσαν τον κλάδο της κατοικίας.
Ωστόσο, μέσα στην κρίση αυτές οι επενδύσεις περιορίστηκαν στις απολύτως αναγκαίες και έγιναν σχεδόν ανύπαρκτες, δημιουργώντας ένα κατασκευαστικό κενό που είναι αισθητό ακόμη και σήμερα. Το πρόβλημα αυτό επιβεβαιώνει και η Eurostat, σύμφωνα με την οποία στην Ελλάδα κατασκευάζεται μόλις μια νέα κατοικία ανά 1.000 κατοίκους, το χαμηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, ενώ μέχρι πρόσφατα υπήρχε μηδενική μέριμνα για κοινωνικές κατοικίες, γεγονός που αναμένεται να ανατραπεί με τη θέσπιση της Κοινωνικής Αντιπαροχής.
Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την σημαντική αύξηση του πληθυσμού των αστικών κέντρων, την άνοδο του κατασκευαστικού κόστους και την οικονομική αδυναμία των ιδιοκτητών να προχωρήσουν σε ανακαινίσεις, δημιούργησε ένα ελλιπές και γερασμένο οικιστικό απόθεμα, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες των πολιτών.
Την ίδια στιγμή, υπολογίζεται πως υπάρχουν περίπου 700.000 κενά ακίνητα σε όλη την Περιφέρεια, ενώ οι βραχυχρόνιες μισθώσεις τύπου Airbnb απορροφούν μεγάλο αριθμό κατοικιών, ιδιαιτέρως σε αστικά κέντρα και περιοχές με έντονο τουριστικό ενδιαφέρον, και ωθούν τις τιμές της αγοράς προς τα πάνω.