Σε μια αγορά ακινήτων που κατακλύζεται από ακριβά και υπερμεγέθη σπίτια, οι αγοραστές αναζητούν με τα «κιάλια» προσιτές κατοικίες. Ενδεικτικά, η μεγαλύτερη έλλειψη εντοπίζεται σε προσιτά σπίτια κάτω από 150.000 ευρώ, τα οποία όμως συγκεντρώνουν το 52% της ζήτησης.
Παράλληλα, όσο αυξάνεται η ζητούμενη τιμή, τόσο μειώνεται το έλλειμμα κατοικιών, καθώς υπάρχει σημαντικά μεγαλύτερο διαθέσιμο στοκ ακινήτων με τιμή πάνω από τις 400.000 ευρώ, η οποία όμως είναι υπέρμετρη της ζήτησης, αφού μόλις το 14% των αγοραστών ενδιαφέρεται για luxury ακίνητα.
Συνεπώς, η έντονη ασυμμετρία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στην αγορά κατοικίας αναδεικνύεται ως μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η ελληνική αγορά ακινήτων.
Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από πρόσφατη έρευνα του Uniko, σύμφωνα με την οποία ο αριθμός των διαμερισμάτων που έχουν τιμή άνω των 200.000 ευρώ είναι υπερδιπλάσιος αυτών που έχουν τιμή κάτω από το ποσό αυτό, ενώ στους αγοραστές η εικόνα είναι ακριβώς αντίθετη, δηλαδή αναζητούν πιο οικονομικά σπίτια.
Αυξημένες κατά 5,7% οι τιμές των διαμερισμάτων
Την ίδια στιγμή, οι τιμές των ακινήτων συνεχίζουν να αυξάνονται. Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, μόνο τους πρώτους τρεις μήνες του 2026 οι τιμές των διαμερισμάτων στην επικράτεια αυξήθηκαν κατά 5,7% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Πηγές της αγοράς σχολιάζουν πως η αυξητική πορεία των τιμών θα συνεχιστεί, με ηπιότερους όμως ρυθμούς. Ενδεικτικά, το 2025 ο ρυθμός αύξησης των τιμών διαμορφώθηκε στο 8,1% σε σχέση με το 9,1% του 2024.
Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός πως το κόστος για τα παλαιά και τα νέα διαμερίσματα αυξάνεται με παρόμοιους ρυθμούς, υπογραμμίζοντας τη μεγάλη έλλειψη κατοικιών και την υπερκοστολόγηση που υπάρχει στην αγορά. Συγκεκριμένα, η αύξηση των τιμών το πρώτο τρίμηνο του 2026 κινήθηκε με 6% για τα νέα διαμερίσματα έως πέντε ετών και 5,5% για τα παλιά.
Τι σπίτια αναζητούν οι αγοραστές
Μεταξύ των «αγκαθιών» στην αγορά ακινήτων βρίσκεται και η έντονη ασυμμετρία μεταξύ των απαιτήσεων και των δυνατοτήτων των αγοραστών. Πάνω από τους μισούς αγοραστές αναζητούν ακίνητα επιφάνειας 80 – 120 τετραγωνικών, ωστόσο το 67% θέτει τον οικονομικό πήχη κάτω από τις 200.000 ευρώ.
Το γεγονός αυτό τροφοδοτείται και από τις έντονες στρεβλώσεις που έχει γνωρίσει η αγορά ακινήτων τα τελευταία χρόνια, η οποία έχει οδηγήσει σε έντονη απόκλιση ανάμεσα σε προσφορά και ζήτηση.
Αντιθέτως, μόλις το 3% αναζητά πολύ μικρά διαμερίσματα κάτω των 50 τ.μ. για αγορά. Συγκεκριμένα, οι μικρές κατοικίες γνωρίζουν μεγάλη απήχηση στην ενοικίαση, αλλά μένουν στα «αζήτητα» στην πώληση.
«Αόρατο» εμπόδιο η δυσκολία πώλησης ακινήτων
Ακόμη ένα «αόρατο» εμπόδιο αποτελεί η δυσκολία πώλησης ακινήτων, όταν αυτά δεν είναι σωστά καταχωρημένα. Η σωστή τιμολόγηση, η πλήρης προετοιμασία του ακινήτου και η έγκαιρη αντιμετώπιση τεχνικών ή νομικών ζητημάτων επηρεάζουν καθοριστικά τόσο την πιθανότητα πώλησης όσο και τον χρόνο ολοκλήρωσης της συναλλαγής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Uniko, τα ορθώς τιμολογημένα ακίνητα πωλούνται σε ποσοστό 25,2%, έναντι 16,3% για τα υπερτιμημένα.
Αυτό σημαίνει πως οι ιδιοκτήτες που πουλάνε τα διαμερίσματα σε σωστή τιμή έχουν έως και 55% υψηλότερη πιθανότητα επιτυχούς πώλησης σε σχέση με αυτούς που τα πουλάνε πιο ακριβά.
Αντιστοίχως, η σωστή τιμή βοηθάει μια κατοικία να «φύγει» πιο γρήγορα, με μέσο όρο τις 176 ημέρες, σε αντίθεση με τα υπερτιμημένα ακίνητα που μένουν στην πλατφόρμα κατά μέσο όρο για 229,5 ημέρες.
Η σημασία του χρόνου πώλησης είναι πολυεπίπεδη: Αφενός, ο πωλητής μπορεί να χρειάζεται τα χρήματα για μια προσωπική ανάγκη ή αγορά άλλης κατοικίας. Αν όμως το ακίνητο μείνει για καιρό στα «αζήτητα», τότε κινδυνεύει να μην πουληθεί ποτέ. Τα στοιχεία του Uniko δείχνουν πως το 92% των ακινήτων που δεν πωλούνται εντός του πρώτου δωδεκαμήνου, παραμένουν αδιάθετα.
«Κλειδί» η ωριμότητα των ακινήτων
Τέλος, βασική παθογένεια της ελληνικής αγοράς ακινήτων παραμένει η νομική και τεχνική ετοιμότητα των κατοικιών προς πώληση, η οποία καθυστερεί συχνά τις αγοραπωλησίες και οδηγεί σε κενά σπίτια και ματαιωμένες συμφωνίες.
Η ωριμότητα των ακινήτων κινείται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς που δεν επιτρέπουν άμεσες συναλλαγές. Ως αποτέλεσμα, η «πληγή» αυτή επεκτείνεται σε ολόκληρη την οικονομία, δεν επιτρέπει στο χρήμα να κινείται ομαλά και επιβαρύνει την ήδη ισχνή προσφορά.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός πως το 50% των πιστοποιημένων ακινήτων στην πλατφόρμα του Uniko παρουσιάζει νομικά ή πολεοδομικά ευρήματα που απαιτούν ενέργειες πριν από τη μεταβίβαση. Πάντως, η έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπισή τους μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο καθυστερήσεων ή ακόμη και ματαίωσης της συναλλαγής στο τελικό στάδιο.