Το επενδυτικό σχέδιο ύψους 5,8 δισ. ευρώ που υλοποιεί η ΔΕΗ για τη μετάβαση της Δυτικής Μακεδονίας στη μεταλιγνιτική εποχή αναδεικνύει με εκτενές δημοσίευμά του το Bloomberg.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η σχεδιαζόμενη κατασκευή ενός από τα μεγαλύτερα κέντρα δεδομένων (data centers) στην Ευρώπη, σε μια περιοχή όπου επί δεκαετίες κυριαρχούσαν τα ορυχεία και οι λιγνιτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής.
Το σχέδιο της ΔΕΗ προβλέπει τη μετατροπή της πρώην λιγνιτικής ζώνης σε έναν νέο κόμβο τεχνολογίας και καθαρής ενέργειας. Κεντρικό έργο αποτελεί το data center ισχύος 300 μεγαβάτ, το οποίο προγραμματίζεται να αναπτυχθεί στην Κοζάνη έως το τέλος του 2028, με δυνατότητα επέκτασης στο 1 γιγαβάτ έως το 2031.
Η επιχείρηση βρίσκεται ήδη σε συζητήσεις με μεγάλους διεθνείς παρόχους ψηφιακών και υπολογιστικών υποδομών, τους αποκαλούμενους hyperscalers, προκειμένου να εξασφαλίσει τον μελλοντικό μισθωτή του κέντρου. Βασικό πλεονέκτημα του έργου αποτελεί η δυνατότητα ηλεκτροδότησής του μέσω του περιφερειακού ενεργειακού δικτύου της ΔΕΗ και μακροχρόνιας σύμβασης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς πρόσθετη πίεση στο εθνικό ηλεκτρικό σύστημα.
Σύμφωνα με τη ΔΕΗ, το data center θα καταναλώνει μόλις το 0,6% του νερού που απαιτούσαν οι λιγνιτικές δραστηριότητες. Η επένδυση συνοδεύεται από νέα έργα πράσινης ενέργειας, καθώς η εταιρεία επιδιώκει να αξιοποιήσει τις υφιστάμενες ενεργειακές υποδομές και να δημιουργήσει ένα νέο παραγωγικό μοντέλο για τη Δυτική Μακεδονία.
Το Bloomberg σημειώνει ότι η διεθνής ζήτηση για data centers επιταχύνεται λόγω της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης, την ώρα που η περιορισμένη διαθεσιμότητα ενέργειας και η ανεπαρκής ετοιμότητα των δικτύων λειτουργούν ως εμπόδια στην ευρωπαϊκή αγορά. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Κοζάνη θα μπορούσε να αποκτήσει στρατηγικό πλεονέκτημα, καθώς διαθέτει ενεργειακές υποδομές και μια τοπική κοινωνία που αναζητά επειγόντως νέες επενδύσεις και θέσεις εργασίας.
Η μετάβαση, ωστόσο, συνοδεύεται από έντονη ανησυχία. Η παύση των λιγνιτικών δραστηριοτήτων έχει ήδη επηρεάσει σημαντικά την τοπική οικονομία. Στη μονάδα του Αγίου Δημητρίου παραμένουν μόλις 58 εργαζόμενοι, έναντι 420 στις αρχές του έτους, ενώ η εξόρυξη λιγνίτη έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Η Πτολεμαΐδα V αναμένεται επίσης να σταματήσει να χρησιμοποιεί λιγνίτη έως το τέλος του έτους.
Στην κορύφωση της δραστηριότητάς της, το 2010, η ΔΕΗ απασχολούσε περίπου 5.500 εργαζομένους στη Δυτική Μακεδονία, έναντι περίπου 1.250 σήμερα. Παράλληλα, στην Κοζάνη έχουν κλείσει περίπου 650 από τα συνολικά 1.500 καταστήματα, ενώ μεγάλο μέρος του νεότερου πληθυσμού αναζητά εργασία στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη ή στο εξωτερικό.
Κατά την κορύφωση των κατασκευαστικών εργασιών για το νέο επενδυτικό πρόγραμμα εκτιμάται ότι θα απαιτηθούν περίπου 7.500 εργαζόμενοι, ενώ τα έργα αναμένεται να δημιουργήσουν τουλάχιστον 2.200 μόνιμες θέσεις εργασίας. Από αυτές, περίπου 1.500 θα συνδέονται με τη λειτουργία του data center όταν η ισχύς του φτάσει στο 1 γιγαβάτ.
Παράλληλα, η ΔΕΗ συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας για τη δημιουργία εκπαιδευτικών προγραμμάτων, ώστε οι νέοι της περιοχής να αποκτήσουν τις δεξιότητες που θα απαιτήσουν οι νέες τεχνολογικές και ενεργειακές επενδύσεις.
Το μεγάλο στοίχημα, όπως επισημαίνει το Bloomberg, είναι εάν το νέο οικοσύστημα θα μπορέσει να αντικαταστήσει την οικονομική δραστηριότητα που επί δεκαετίες δημιουργούσε ο λιγνίτης και να δώσει ξανά προοπτική στη Δυτική Μακεδονία.