Η αυξημένη κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων (UPF) φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά τη γονιμότητα των ανδρών και την πρώιμη ανάπτυξη των εμβρύων, σύμφωνα με νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Human Reproduction.
Τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, πλούσια σε πρόσθετα σάκχαρα, αλάτι, κορεσμένα και τρανς λιπαρά, αλλά φτωχά σε φυτικές ίνες και απαραίτητα θρεπτικά συστατικά, καταλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό της καθημερινής διατροφής.
Σε ορισμένες χώρες υψηλού εισοδήματος, αντιστοιχούν πλέον στο 50-60% της συνολικής πρόσληψης τροφής.
Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από 831 γυναίκες και 651 άνδρες που παρακολουθήθηκαν από την περίοδο πριν από τη σύλληψη έως και την παιδική ηλικία των παιδιών τους.
Οι ερευνητές αξιολόγησαν τη διατροφή των γονέων μέσω ερωτηματολογίων στις αρχές της εγκυμοσύνης, εξετάζοντας παράλληλα τον χρόνο σύλληψης και δείκτες γονιμότητας. Η μέση κατανάλωση UPF αντιστοιχούσε στο 22% και 25% της συνολικής πρόσληψης τροφίμων για γυναίκες και άνδρες, αντίστοιχα.
Κατά τη διάρκεια της κύησης, μετρήθηκαν δείκτες ανάπτυξης του εμβρύου, όπως η απόσταση κεφαλής-γλουτών και ο όγκος του λεκιθικού ασκού στις επτά, εννέα και έντεκα εβδομάδες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στις γυναίκες η κατανάλωση UPF δεν σχετιζόταν σταθερά με μειωμένη γονιμότητα, αλλά συνδεόταν με ελαφρώς μικρότερη εμβρυική ανάπτυξη και μικρότερο λεκιθικό ασκό έως την έβδομη εβδομάδα κύησης.
Αν και οι διαφορές αυτές θεωρούνται μικρές, έχουν σημασία σε επίπεδο πληθυσμού, καθώς προηγούμενες έρευνες συνδέουν τη βραδύτερη εμβρυική ανάπτυξη με αυξημένο κίνδυνο πρόωρου τοκετού, χαμηλού βάρους γέννησης και καρδιαγγειακών προβλημάτων στην παιδική ηλικία.
Η μειωμένη ανάπτυξη του λεκιθικού ασκού έχει επίσης συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο αποβολής.
Στους άνδρες, η αυξημένη κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων συνδέθηκε με υψηλότερο κίνδυνο υπογονιμότητας και μεγαλύτερο χρόνο μέχρι τη σύλληψη, χωρίς ωστόσο να επηρεάζει την πρώιμη ανάπτυξη του εμβρύου.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι μια διατροφή με περιορισμένη κατανάλωση UPF είναι προτιμότερη για την υγεία και των δύο γονέων, καθώς και για τις πιθανότητες επιτυχούς σύλληψης και την υγεία του παιδιού.
Παράλληλα, τονίζουν την ανάγκη για περαιτέρω μελέτες που θα διερευνήσουν τους βιολογικούς μηχανισμούς πίσω από τις παρατηρούμενες συσχετίσεις.