Τα μαύρα κουτιά του εμπορευματικού αεροσκάφους που εξετράπη του διαδρόμου προσγείωσης στο διεθνές αεροδρόμιο του Μαϊάμι και συγκρούστηκε με αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους πέντε άνθρωποι και να τραυματιστούν άλλοι πέντε, ανακτήθηκαν, σύμφωνα με ανακοίνωση της διευθύντριας της αμερικανικής υπηρεσίας ασφάλειας των μεταφορών (NTSB), Τζένιφερ Χόμεντι.
Τα θύματα επέβαιναν σε βαν το οποίο μετέφερε επτά εργαζόμενους εταιρείας καθαρισμού, συνεργαζόμενης με αεροπορικές εταιρείες, καθώς και σε SUV, τα οποία χτυπήθηκαν διαδοχικά από το Boeing 767-300 που είχε μισθώσει η Amazon, όπως διευκρίνισε η κ. Χόμεντι σε συνέντευξη Τύπου στο αεροδρόμιο του Μαϊάμι.
Το αεροσκάφος διέσπασε περίφραξη, συγκρούστηκε με SUV επί του οδοστρώματος και συνέχισε μέχρι και δεύτερη περίφραξη, φτάνοντας σε ζώνη όπου σταθμεύουν ρομποτικά ταξί της Tesla. Η επικεφαλής της NTSB έκανε λόγο για «απόλυτη καταστροφή», αναφέροντας ότι υπήρχαν «συντρίμμια παντού» και πως το αεροσκάφος έφτασε «περίπου 400 μέτρα» μακριά από τον διάδρομο.
Η Τζένιφερ Χόμεντι δήλωσε πως «καταφέραμε να ανακτήσουμε τον καταγραφέα δεδομένων πτήσης και τον αποτυπωτή συνομιλιών πιλοτηρίου· θα σταλούν απόψε, σε μερικές ώρες, στην έδρα της NTSB, όπου θα μπορέσουν να εξεταστούν και να καταφορτωθούν (σ.σ. τα δεδομένα που περιέχουν) αύριο (σήμερα Τρίτη)».
Σε ερώτηση για την ταχύτητα του αεροσκάφους κατά την προσγείωση, η αξιωματούχος ανέφερε ότι οι ερευνητές διαθέτουν «δεδομένα, αλλά από διάφορες πηγές» και ότι «θέλουμε να επιβεβαιώσουμε τα δεδομένα αυτά εξετάζοντας τον καταγραφέα», εκφράζοντας την ελπίδα να υπάρξουν περισσότερα στοιχεία εντός της ημέρας.
Σύμφωνα με την ίδια, «θα πάρουμε συνεντεύξεις από το πλήρωμα» του αεροσκάφους που ενεπλάκη στο δυστύχημα, καθώς και από τα πληρώματα δύο άλλων αεροσκαφών που βρίσκονταν κοντά τη στιγμή του συμβάντος.
Ήταν η τρίτη πτήση της ημέρας για το συγκεκριμένο αεροσκάφος, το οποίο είχε προηγουμένως εκτελέσει δρομολόγια από το Σινσινάτι στο Μαϊάμι, από το Μαϊάμι στη Σαν Χουάν του Πουέρτο Ρίκο και ξανά πίσω στο Μαϊάμι.
Η επικεφαλής της NTSB τόνισε: «Ο μοναδικός στόχος μας, ως υπηρεσία ασφαλείας, είναι αυτός: η ασφάλεια — να σώζουμε ζωές. Και αυτό σημαίνει πως οι συστάσεις μας πρέπει να εφαρμόζονται, αλλιώς θα ξαναβρεθούμε στην ίδια κατάσταση».
Πυροσβέστες χρειάστηκε να απεγκλωβίσουν τον κυβερνήτη και τον συγκυβερνήτη, που είχαν παγιδευτεί στο πιλοτήριο, καθώς οι κινητήρες είχαν πάρει «φωτιά», όπως ανέφερε αξιωματικός της υπηρεσίας.
Την πτήση εκτελούσε η εξειδικευμένη εταιρεία 21 Air, η οποία διαχειρίζεται αεροσκάφη για λογαριασμό του κολοσσού του ηλεκτρονικού εμπορίου.
Το δυστύχημα εξακολούθησε να προκαλεί προβλήματα στο διεθνές αεροδρόμιο του Μαϊάμι, με σχεδόν 90 ακυρώσεις πτήσεων και περίπου 400 καθυστερήσεις αναχωρήσεων και αφίξεων, σύμφωνα με τον ιστότοπο FlightAware.