Η διπλωματία του Ιράν αντέδρασε έντονα στην απειλή των ΗΠΑ για επιβολή νέων κυρώσεων, χαρακτηρίζοντάς τη «ενέργεια κρατικής και οικονομικής τρομοκρατίας» σε επιστολή που απηύθυνε στον ΟΗΕ.
Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, μέσω της επιστολής που δημοσιεύθηκε στο Telegram και μεταδόθηκε από ιρανικά πρακτορεία ειδήσεων, υπογράμμισε πως η Ουάσιγκτον επιχειρεί να σταματήσει νόμιμες οικονομικές συναλλαγές του Ιράν με άλλες χώρες, μετά την αποτυχία της να επιτύχει τους στόχους της μέσω πολέμου κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Η επιστολή απευθύνεται στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, το Συμβούλιο Ασφαλείας και τα κράτη μέλη του Οργανισμού.
Στο πλαίσιο των εξελίξεων, η κυβέρνηση του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε τα σχέδιά της για νέες κυρώσεις με στόχο να απομονώσουν οικονομικά το Ιράν, συμπεριλαμβανομένων μέτρων κατά εμπορικών εταίρων της Τεχεράνης.
Ο υπουργός Οικονομικών της αμερικανικής κυβέρνησης, Σκοτ Μπέσεντ, προειδοποίησε ότι όσοι έχουν συναλλαγές με το Ιράν θα βρεθούν αντιμέτωποι με την «πλήρη ισχύ» των ΗΠΑ, επισημαίνοντας πως στόχος είναι να στερέψουν όλες οι πηγές εσόδων της χώρας.
Σε ερώτηση για το αν τα μέτρα θα επηρεάσουν την Κίνα, τον βασικό αγοραστή ιρανικού αργού, ο κ. Μπέσεντ απάντησε πως κανείς δεν πρέπει να «δοκιμάσει» την αποφασιστικότητα της Ουάσιγκτον.
Ο κ. Αραγτσί, στην επιστολή του, κατήγγειλε ότι τα μέτρα στοχεύουν ευθέως στον άμαχο πληθυσμό, περιορίζοντας την πρόσβαση σε τρόφιμα, φάρμακα, ιατρικό εξοπλισμό, ενέργεια και άλλα αγαθά πρώτης ανάγκης.
Κάλεσε το Συμβούλιο Ασφαλείας και τα κράτη μέλη να καταδικάσουν και να απορρίψουν «τα μονομερή μέτρα εξαναγκασμού και τις δευτερογενείς κυρώσεις», ζητώντας από όλες τις κυβερνήσεις να μην εφαρμόσουν τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον και απαιτώντας από την αμερικανική κυβέρνηση να σταματήσει τις πιέσεις προς τρίτα κράτη για διακοπή εμπορικών συναλλαγών με το Ιράν.
Η Κίνα έχει ήδη επικρίνει τις κυρώσεις που ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι ο «οικονομικός πόλεμος άνευ προηγουμένου» που ετοιμάζουν οι ΗΠΑ κατά του Ιράν δεν θα επιλύσει τη σύγκρουση, αλλά θα την επιδεινώσει και θα προκαλέσει αναστάτωση στην παγκόσμια οικονομική τάξη.