Ούτε τα εμβάσματα από ξένη τράπεζα σε ελληνική τράπεζα, πέραν την πενταετίας, δεν επεκτείνουν στη δεκαετία το δικαίωμα της εφορίας να ελέγξει τον κάτοχο των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών και να καταλογίσει φόρους και πρόστιμα.
Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, έκρινε ότι η διαπίστωση προσαύξησης περιουσίας μέσω τραπεζικών λογαριασμών αλλοδαπής, όταν η φορολογική αξίωση του Δημοσίου έχει ήδη παραγραφεί, δεν αρκεί για να ενεργοποιηθεί η δεκαετής παραγραφή.
Πρόκειται για την υπ. αρ. ΤρΔΠρΘεσ 1554/2026 απόφαση που εκδόθηκε κατόπιν προσφυγής φορολογούμενου στους λογαριασμούς του οποίου, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ εντόπισε εμβάσματα, τα οποία δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την προέλευσή τους.
Η ΑΑΔΕ καταλόγισε φόρους και πρόστιμα, τα οποία αμφισβήτησε ο φορολογούμενος, αρχικά με ενδικοφανή προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, όπου έχασε την υπόθεση και κατόπιν στο διοικητικό πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση προσαύξησης περιουσίας μέσω τραπεζικών λογαριασμών αλλοδαπής, όταν η φορολογική αξίωση του Δημοσίου έχει ήδη παραγραφεί, δεν αρκεί για να ενεργοποιηθεί η δεκαετής παραγραφή.
Ο φορολογούμενος διατηρούσε λογαριασμούς σε τράπεζες στην Ελλάδα και η εφορία εντόπισε πιστώσεις σε αυτούς, προερχόμενες από τράπεζα της Τουρκίας, από λογαριασμούς που ο ίδιος διατηρούσε στην τουρκική τράπεζα.
Η ΑΑΔΕ έχασε την προθεσμία
Ωστόσο η ΑΑΔΕ ανακάλυψε τα εμβάσματα αφού είχε παρέλθει πενταετία από την ημερομηνία της συναλλαγής και ο φορολογούμενος υποστήριξε πως έχει παραγραφεί το δικαίωμα της εφορίας να διενεργήσει έλεγχο και να κοινοποιήσει Πράξεις Διοικητικού Προσδιορισμού του φόρου.
Η φορολογική Αρχή από την πλευρά της υποστήριξε πως για την εν λόγω υπόθεση ο χρόνος παραγραφής επεκτείνεται στην δεκαετία, καθώς εμπλέκεται ξένη τράπεζα.
Ο βασικός κανόνας του χρόνου παραγραφής ορίζει ότι η περίοδος που έχει η εφορία τη δυνατότητα να ελέγξει μια υπόθεση είναι πέντε χρόνια.
Το χρονικό περιθώριο αυξάνεται στη δεκαετία, εάν μετά την παρέλευση της πενταετίας, περιέλθουν στη φορολογική αρχή «συμπληρωματικά στοιχεία», τα οποία δεν θα μπορούσαν να είναι στη διάθεση των φοροελεγκτών εντός της πενταετίας και τα οποία μπορούν να οδηγήσουν στη διαπίστωση ανακρίβειας της φορολογικής δήλωσης. Σε αυτή την περίπτωση η παραγραφή μπορεί να φθάσει τα δέκα έτη.
Ωστόσο, στα «συμπληρωματικά στοιχεία» δεν περιλαμβάνονται οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών που τηρούνται σε πιστωτικά ιδρύματα που βρίσκονται στην Ελλάδα, καθώς το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει με πολλές αποφάσεις του, πως η εφορία έχει τη χρονική ευχέρεια να ελέγξει τους τραπεζικούς λογαριασμούς εντός της πενταετίας.
Εάν πρόκειται για κινήσεις λογαριασμών που τηρούνται σε τράπεζες του εξωτερικού, η πενταετία ισχύει για τα πιστωτικά ιδρύματα που βρίσκονται σε χώρες με τις οποίες υφίστανται ενεργές συμφωνίες αμοιβαίας ανταλλαγής στοιχείων και η παραγραφή αυξάνεται στη δεκαετία για τις μη συνεργαζόμενες χώρες.
Ο αντίλογος της ΑΑΔΕ και η ετυμηγορία
Στη δίκη η ΑΑΔΕ υποστήριξε πως ο έλεγχος της υπόθεσης δεν παραγράφηκε στην πενταετία, επειδή πρόκειται για έμβασμα που προέρχεται από λογαριασμό του ιδίου προσώπου, που τηρούσε σε τράπεζα της Τουρκίας και δεν θα μπορούσε η ΑΑΔΕ να τον ελέγξει εντός της πενταετίας.
Ωστόσο το δικαστήριο επεσήμανε πως, τα ποσά των εμβασμάτων, που εισήλθαν στους λογαριασμούς στην Ελλάδα, η ΑΑΔΕ όφειλε να ελέγξει τη νομιμότητά τους εντός της πενταετίας.
Ειδικότερα, το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο, έκρινε ότι οι κινήσεις και τα υπόλοιπα των τραπεζικών λογαριασμών στην Ελλάδα δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία» ικανά να παρατείνουν την παραγραφή.
Το ίδιο έκρινε και για τις καταθέσεις σε λογαριασμό αλλοδαπής, όταν αυτές είχαν τροφοδοτήσει λογαριασμούς στην Ελλάδα. Στην προκειμένη περίπτωση, η φορολογική διοίκηση είχε στηρίξει τον καταλογισμό σε αναιτιολόγητες πιστώσεις σε εγχώριους τραπεζικούς λογαριασμούς του φορολογουμένου, αλλά και σε λογαριασμό που διατηρούσε σε τουρκική τράπεζα.
Το διοικητικό δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη των συγκεκριμένων τραπεζικών κινήσεων δεν μπορούσε να μετατρέψει μια ήδη παραγεγραμμένη φορολογική αξίωση σε ενεργή. Κατά συνέπεια, έκρινε μη νόμιμη την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος.
Η απόφαση υπογραμμίζει, παράλληλα, ότι η δυνατότητα του Δημοσίου να ελέγχει τραπεζικά δεδομένα και να αναζητά αδήλωτη φορολογητέα ύλη δεν είναι απεριόριστη, αλλά η φορολογική διοίκηση οφείλει να κινείται εντός των χρονικών ορίων που θέτει ο νόμος, ενώ η επίκληση μεταγενέστερα εντοπισμένων στοιχείων δεν αρκεί από μόνη της για την αυτόματη επέκταση της παραγραφής.