Το ενδεχόμενο κατεδάφισης του ιστορικού κέντρου Κένεντι στην Ουάσιγκτον εξετάζει η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με πρόσφατα δικόγραφα του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ. Η υπόθεση αφορά τη διαμάχη για την επανατοποθέτηση του επωνύμου του προέδρου Τραμπ στην πρόσοψη του κτιρίου, απόφαση που ελήφθη από το διοικητικό συμβούλιο του θεσμού, το οποίο πλέον ελέγχεται από ανθρώπους του ρεπουμπλικάνου προέδρου.
Τον Δεκέμβριο, ο Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε στη μετονομασία του κέντρου σε «κέντρο Τραμπ Κένεντι», τοποθετώντας το δικό του επώνυμο μπροστά από εκείνο του δημοκρατικού προκατόχου του. Η κίνηση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις από την αντιπολίτευση των δημοκρατικών και την οικογένεια Κένεντι, οι οποίοι προσέφυγαν στη δικαιοσύνη ζητώντας την ακύρωση της αλλαγής ονόματος.
Η δικαιοσύνη αποφάσισε την ακύρωση της μετονομασίας, υποχρεώνοντας το διοικητικό συμβούλιο να συμμορφωθεί. Ωστόσο, στις 13 Αυγούστου, το ΔΣ επανήλθε με νέα απόφαση για την τοποθέτηση του ονόματος Τραμπ στην πρόσοψη, επικαλούμενο την αναγνώριση του ρόλου του προέδρου στην αποκατάσταση του κτιρίου.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης τόνισε σε δικόγραφα ότι χωρίς την αναγνώριση του ρόλου του Ντόναλντ Τραμπ, οι δωρητές δεν θα συνέχιζαν τις συνεισφορές τους, με αποτέλεσμα το κέντρο να οδηγείται σε «θανάσιμο οικονομικό και δομικό κατήφορο». Περιγράφοντας με δραματικούς όρους την κατάσταση, πρόσθεσε πως χωρίς τις προσπάθειες αυτές, το κέντρο θα καθίστατο επικίνδυνο και σαθρό, φτάνοντας στο σημείο να χρειάζεται κατεδάφιση.
Το διοικητικό συμβούλιο επισημαίνει την ανάγκη άμεσων εργασιών για την αντιμετώπιση διαρροών νερού στο κτίριο. Ο δικαστής Κρίστοφερ Κούπερ διέταξε την αφαίρεση κάθε αναφοράς στον πρόεδρο Τραμπ από το κτίριο, τον ιστότοπο και τα σήματα του κέντρου, ενώ ανέστειλε προσωρινά το κλείσιμο της αίθουσας για δύο χρόνια. Παράλληλα, επέτρεψε τη συνέχιση των εργασιών αποκατάστασης, υπογραμμίζοντας την «κραυγαλέα» ανάγκη για ανακαίνιση του ιστορικού πολιτιστικού κέντρου.