Η ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την αναβάθμιση των οικονομιών της Ελλάδας, της Κύπρου και της Πορτογαλίας κατά τρεις βαθμίδες από το 2022, όπως αναφέρει ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch σε πρόσφατη έκθεσή του.
Σύμφωνα με τον Fitch, οι δείκτες χρέους προς ΑΕΠ στις 3 χώρες υποχώρησαν σημαντικά από τα υψηλά επίπεδα του 2020, φτάνοντας σε επίπεδα χαμηλότερα και από αυτά προ πανδημίας. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη μικρή μείωση που καταγράφηκε συνολικά στην Ευρωζώνη την ίδια περίοδο.
Η απομόχλευση αυτή είχε θετικό αντίκτυπο στα αποτελέσματα του Μοντέλου Αξιολόγησης Κρατικού Αξιόχρεου του Fitch. Παράλληλα, η βελτίωση της υγείας του τραπεζικού τομέα στην Κύπρο και την Ελλάδα, αλλά και η ενίσχυση της εξωτερικής θέσης της Πορτογαλίας, συνέβαλαν στην άρση περιορισμών στις αξιολογήσεις, επιτρέποντας αναβαθμίσεις κατά πολλές βαθμίδες.
Η ισχυρή ανάπτυξη αποτέλεσε βασικό παράγοντα για τη μείωση του χρέους. Ωστόσο, το στοιχείο που ξεχώρισε τις 3 χώρες ήταν η δημοσιονομική πολιτική που οδήγησε σε βιώσιμα πρωτογενή πλεονάσματα. Αυτή η διαφορά ήταν καθοριστική σε σχέση με την Ιταλία και την Ισπανία, που αν και επωφελήθηκαν από ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξης, αναβαθμίστηκαν μόνο κατά μία βαθμίδα λόγω περιορισμένων ή ανύπαρκτων πρωτογενών πλεονασμάτων.
Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας σημείωσε τη μεγαλύτερη απόλυτη μείωση μεταξύ των 3 χωρών, υποχωρώντας από περίπου 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 146% το 2025. Ο Fitch προβλέπει περαιτέρω υποχώρηση στο 125% έως το 2029. Σε σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα, το χρέος είναι χαμηλότερο κατά περίπου 37 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ στο σύνολο της Ευρωζώνης είναι 4 μονάδες υψηλότερο.
Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά 22% την περίοδο 2021-2025, έναντι περίπου 13,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συνέβαλε στη μείωση του ελληνικού χρέους κατά 36 ποσοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με τον Fitch.
Ο οίκος επισημαίνει ότι οι παράγοντες που ενίσχυσαν την ανάκαμψη αρχίζουν να εξασθενούν. Η ανάκαμψη του τουρισμού έχει ολοκληρωθεί, η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας κορυφώνεται το 2026, ενώ το αρνητικό πραγματικό κόστος χρηματοδότησης εξαλείφεται.
«Καθώς αυτοί οι παράγοντες εξασθενούν, τα πρωτογενή πλεονάσματα θα επωμιστούν μεγαλύτερο μέρος του βάρους τής απομόχλευσης (του χρέους), την ώρα που η διατήρησή τους γίνεται πιο απαιτητική εν μέσω γήρανσης του πληθυσμού, αυξανόμενων δεσμεύσεων για την άμυνα και φθίνουσας πολιτικής συναίνεσης», αναφέρει ο Fitch.
Παράλληλα, ο οίκος τονίζει ότι «ένα δίδαγμα για τα άλλα κράτη της Ευρώπης με υψηλό δημόσιο χρέος -στα οποία περιλαμβάνονται η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Φινλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο- είναι ότι οι διαρκείς αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας βασίζονται σε πρωτογενή πλεονάσματα που διατηρούνται επί σειρά ετών και από διαδοχικές κυβερνήσεις, και όχι μόνο σε ευνοϊκές μακροοικονομικές συνθήκες».