Η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε ότι δεν θα ανανεώσει τη συμφωνία ελευθέρου εμπορίου με τον Καναδά και το Μεξικό (USMCA), ωστόσο θα συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με τους δύο εταίρους της προκειμένου «να τη βελτιώσει».
Η συμφωνία, την οποία είχε υπογράψει ο Ντόναλντ Τραμπ κατά την πρώτη θητεία του, προέβλεπε ότι οι τρεις χώρες θα μπορούσαν να την ανανεώσουν έως την 1η Ιουλίου, παρατείνοντάς την για 16 χρόνια. Με την άρνηση των ΗΠΑ, η ισχύς της USMCA θα ανανεώνεται πλέον ετησίως, εκτός αν κάποια από τις τρεις χώρες αποχωρήσει επισήμως.
Η ανακοίνωση των ΗΠΑ ακολούθησε τηλεδιάσκεψη αξιωματούχων των τριών χωρών, η οποία δεν οδήγησε σε αποτέλεσμα.
«Οι ΗΠΑ δεν δέχτηκαν να ανανεώσουν την USMCA υπό την παρούσα μορφή της. Κατά συνέπεια, δεν ανανεώνεται», δήλωσε ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου για το Εμπόριο, Τζέιμισον Γκριρ, ο οποίος είχε αναλάβει τις διαπραγματεύσεις.
Στέλεχος της κυβέρνησης Τραμπ ανέφερε ότι η USMCA δεν μείωσε επαρκώς το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με Καναδά και Μεξικό. Η αμερικανική κυβέρνηση, σύμφωνα με την ίδια πηγή, δεν προτίθεται να παρατείνει τις διαπραγματεύσεις και «πρέπει να καταλήξουμε κάπου, το συντομότερο δυνατόν».
Ο Γκριρ διευκρίνισε ότι η Ουάσιγκτον σκοπεύει να συνεχίσει τις συνομιλίες με τις δύο χώρες, ενώ η συμφωνία θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται «μέχρι την επίλυση των προβλημάτων ή το τέλος» της ισχύος της, σε δέκα χρόνια.
Από τις αρχές του μήνα, ο Τραμπ είχε ήδη δηλώσει ότι δεν σκοπεύει να ανανεώσει τη συμφωνία στη σημερινή της μορφή. Νέος γύρος συνομιλιών με το Μεξικό έχει προγραμματιστεί για τις 20 Ιουλίου, χωρίς να υπάρχει ακόμη χρονοδιάγραμμα για τις διαπραγματεύσεις με τον Καναδά.
Ο Καναδός υπουργός Εμπορίου Ντομίνικ ΛεΜπλαν επιβεβαίωσε ότι οι τρεις χώρες συμφώνησαν να συνεχίσουν τις συνομιλίες, υπογραμμίζοντας πως η Οτάβα εξακολουθεί να στηρίζει τη συμφωνία.
Η πρόεδρος του Μεξικού Κλαούντια Σεϊνμπάουμ είχε δηλώσει ότι ανέμενε την τελική απόφαση των ΗΠΑ, ενώ τόσο το Μεξικό όσο και ο Καναδάς είχαν ήδη υπογράψει την ανανέωση της συμφωνίας για ακόμη 16 χρόνια.
Ο Καναδάς και το Μεξικό παραμένουν δύο από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών, παρά το γεγονός ότι αποτέλεσαν τους πρώτους στόχους των δασμών που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, τον Ιανουάριο του 2025.