Για όσους στην Ευρώπη εξακολουθούσαν να θεωρούν ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί πρόβλημα των μελλοντικών γενεών, οι αποπνικτικοί καύσωνες του φετινού καλοκαιριού έδειξαν ότι οι οικονομικές επιπτώσεις της έχουν ήδη φτάσει.
Οι θερμοκρασίες-ρεκόρ, οι ξηρασίες και οι πυρκαγιές προκαλούν σοβαρά προβλήματα στην παραγωγή ενέργειας, στις μεταφορές, στη γεωργία και στη δημόσια υγεία, με το συνολικό οικονομικό κόστος να υπολογίζεται ήδη σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ. Το πλήγμα αναμένεται να ενταθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς η Ευρώπη θερμαίνεται ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη ήπειρο, επιβαρύνοντας τα δημόσια οικονομικά, ενισχύοντας τον πληθωρισμό και επηρεάζοντας τον τουρισμό, σύμφωνα με το Reuters.
Η φετινή περίοδος δασικών πυρκαγιών οδεύει να γίνει η χειρότερη που έχει καταγραφεί ποτέ στην Ευρώπη, σύμφωνα με αναλυτές. Παράλληλα, οι εκτιμήσεις για την αγροτική απόδοση έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω, καθώς καλλιέργειες όπως το καλαμπόκι και ο ηλίανθος, έχουν ήδη υποστεί απώλειες της τάξης του 6%-7% τον Ιούλιο.
Την ίδια στιγμή, το κόστος των μέτρων έκτακτης ανάγκης, όπως η αντιμετώπιση των πυρκαγιών ή οι περιορισμοί στη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας, ασκεί πρόσθετη πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Η ING εκτιμά ότι η διακοπή της κυκλοφορίας στον Ρήνο θα μειώσει φέτος το ΑΕΠ της Γερμανίας, της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο, κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες. Παράλληλα, η ουγγρική MBH Bank εκτιμά ότι κάθε εβδομάδα κατά την οποία ο μεγαλύτερος πυρηνικός σταθμός της χώρας παραμένει εκτός λειτουργίας αφαιρεί 0,1 ποσοστιαία μονάδα από το ΑΕΠ της Ουγγαρίας.
Η Allianz εκτιμά ότι μόνο ο καύσωνας δύο εβδομάδων του Ιουνίου θα μειώσει το ΑΕΠ της Ευρώπης κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η κλιματική αλλαγή αναμένεται έως το 2030 να μειώσει κατά 5%-7% την ανάπτυξη των περισσότερο εκτεθειμένων οικονομιών, όπως η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία. «Ο συνολικός λογαριασμός για φέτος θα είναι πολύ μεγαλύτερος», δήλωσε ο Hazem Krichene, οικονομολόγος της Allianz.
180 δισ. ευρώ το κόστος για την Ευρώπη
Η ακραία ζέστη και η ξηρασία που πλήττουν μεγάλο μέρος της Ευρώπης αυτό το καλοκαίρι θα μπορούσαν να αφαιρέσουν περίπου 1% από το ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή περίπου 180 δισ. ευρώ, σύμφωνα με το Reuters που επικαλείται έκθεση της ολλανδικής τράπεζας Triodos, που ειδικεύεται στη χρηματοδότηση για περιβαλλοντικά και κοινωνικά βιώσιμων έργων.
Το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών αποδίδεται στη μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία από μόνη της εκτιμάται ότι θα περιορίσει το ΑΕΠ της ΕΕ κατά περίπου 0,6%. Παράλληλα, η αγροτική παραγωγή αναμένεται να υποχωρήσει κατά 3%-7%, ενώ οι υψηλότερες τιμές τροφίμων και ηλεκτρικής ενέργειας και οι διαταραχές στις μεταφορές επιτείνουν τις οικονομικές απώλειες.
Η Γαλλία αναμένεται να δεχθεί το ισχυρότερο πλήγμα, με τις επαναλαμβανόμενες περιόδους καύσωνα να εκτιμάται ότι θα μειώσουν το ΑΕΠ της κατά περίπου 1,4%, αυξάνοντας τον κίνδυνο ετήσιας συρρίκνωσης της οικονομίας κατά 0,6%. Ιταλία, Ισπανία και Βέλγιο αναμένεται επίσης να υποστούν σημαντικές απώλειες, ενώ μικρότερες επιπτώσεις προβλέπονται για χώρες όπως η Πολωνία.
Η Νότια Ευρώπη αντιμέτωπη με μείωση τουρισμού και αύξηση πληθωρισμού
Η Νότια Ευρώπη ενδέχεται να δεχθεί το μεγαλύτερο πλήγμα, καθώς εκεί καταγράφονται οι μεγαλύτερες αυξήσεις της θερμοκρασίας, περιορίζοντας τα έσοδα από τον τουρισμό και επιδεινώνοντας τις απώλειες στις καλλιέργειες. «Πιστεύω, ότι η φύση του τουρισμού θα αλλάξει», δήλωσε ο οικονομολόγος της ING Carsten Brzeski. Σύμφωνα με τον Brzeski, ο ευρωπαϊκός Νότος δεν θα προσελκύει περισσότερους τουρίστες κατά την κορύφωση της θερινής περιόδου, καθώς οι παραθεριστές θα στρέφονται προς βορειότερους προορισμούς. Αυτό θα πλήξει τον ξενοδοχειακό κλάδο και γενικότερα την φιλοξενίας στη Νότια Ευρώπη.
Ο Νότος αναμένεται επίσης να δεχθεί ισχυρότερο πλήγμα στις τιμές των τροφίμων εξαιτίας των ακραίων καιρικών φαινομένων, περιπλέκοντας το έργο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Kotz, η ακραία ζέστη του 2022 αύξησε τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης κατά 0,34 ποσοστιαίες μονάδες μέσω της ανόδου των τιμών των τροφίμων, με τη Νότια Ευρώπη να υφίσταται δυσανάλογα μεγάλο πλήγμα.
Η μείωση της οικονομικής παραγωγής αναμένεται να περιορίσει και τα φορολογικά έσοδα. Σύμφωνα με την Allianz, η απώλεια θα μπορούσε να φτάσει το 1,8% στη Γαλλία και το 1,3% στην Ιταλία και την Ισπανία. Παράλληλα, η μείωση των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων θα περιορίσει τις επενδύσεις και θα επιδεινώσει περαιτέρω τις οικονομικές απώλειες.
Οι κυβερνήσεις καλούνται ταυτόχρονα να αυξήσουν τις δαπάνες για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων και να επενδύσουν σε υποδομές ανθεκτικότερες στις μελλοντικές κλιματικές συνθήκες. Οι επενδυτές, ωστόσο, ενδέχεται να αντιδράσουν σε μια περαιτέρω αύξηση των κρατικών δαπανών, καθώς τα επίπεδα δημόσιου χρέους είναι ήδη υψηλά, ιδιαίτερα στη Γαλλία και την Ιταλία, ενώ οι χώρες πρέπει να επενδύσουν και στην άμυνα και την πράσινη ενεργειακή μετάβαση.
Το δίλημμα αυτό θα μπορούσε τελικά να εμπλέξει και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. «Με έναν τόσο μακρύ κατάλογο αναγκών για δαπάνες, η τάση θα είναι προς υψηλότερο δημόσιο χρέος», δήλωσε ο Brzeski της ING. «Αυτό στη συνέχεια θα σημαίνει πίεση προς την ΕΚΤ να παρέμβει και να προχωρήσει σε περισσότερη ποσοτική χαλάρωση, εάν σημειωθεί ξαφνικό κύμα πωλήσεων στις αγορές ομολόγων».