Στις διαφορές ανάμεσα στην αγορά φυσικού αερίου και σε εκείνη του πετρελαίου αλλά και στον διαφορετικό τρόπο που επηρεάστηκαν από την κρίση που έφερε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αναφέρεται, μεταξύ άλλων, πρόσφατη ανάλυση της Eurobank.
Μετά την έναρξη του πολέμου Ιράν–ΗΠΑ, οι τιμές του φυσικού αερίου αντέδρασαν εντονότερα από εκείνες του πετρελαίου. Ενώ το Brent υποχώρησε σχετικά γρήγορα μετά την προσωρινή εκεχειρία του Ιουνίου, οι τιμές του TTF παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα και συνέχισαν την ανοδική τους πορεία.
Η συμπεριφορά αυτή αποδίδεται όχι μόνο στις γεωπολιτικές εξελίξεις αλλά κυρίως στις διαρθρωτικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής αγοράς, όπως τα χαμηλά αποθέματα, οι ανησυχίες για την επάρκεια εφοδιασμού και ο έντονος ανταγωνισμός για φορτία LNG στις διεθνείς αγορές.
Στις πιέσεις αυτές προστέθηκαν και οι ακραίες θερμοκρασίες που επικράτησαν στη Νότια και Δυτική Ευρώπη, αυξάνοντας τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη και, κατ’ επέκταση, την κατανάλωση φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή.
Παράλληλα, η μειωμένη υδροηλεκτρική παραγωγή και οι περιορισμοί στη λειτουργία πυρηνικών μονάδων ενίσχυσαν περαιτέρω τη ζήτηση για φυσικό αέριο.
Γιατί το πετρέλαιο άντεξε το γεωπολιτικό σοκ
Σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank, μετά την επιβολή των ευρωπαϊκών κυρώσεων στη Ρωσία, η ΕΕ προχώρησε σε μια ταχεία αναδιάρθρωση των εισαγωγών της, με το μερίδιο της Ρωσίας στις εισαγωγές αργού πετρελαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μειώνεται από 21,1% την περίοδο 2015-2021 σε μόλις 2,2% το 2025.
Το κενό που δημιουργήθηκε καλύφθηκε από χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Καζακστάν, η Σαουδική Αραβία, η Νορβηγία, η Βραζιλία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η διαφοροποίηση αυτή λειτούργησε ως σημαντικός μηχανισμός προστασίας όταν ξέσπασε η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή.
Παρότι η ένταση στην περιοχή προκάλεσε απότομη άνοδο στις τιμές του Brent, η αντίδραση της αγοράς ήταν ηπιότερη σε σχέση με το σοκ του 2022.
Τότε, η αβεβαιότητα γύρω από τη ρωσική προσφορά είχε οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερες ανατιμήσεις, καθώς η αγορά δεν είχε ακόμη προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες.
Σύμφωνα με τη Eurobank, η διαφορά αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι το 2026 η αγορά πετρελαίου εισήλθε σε μια περίοδο όπου αναμενόταν αυξημένη παγκόσμια προσφορά.
Οι προβλέψεις για μεγαλύτερη παραγωγή και η ύπαρξη αποθεμάτων περιόρισαν την ένταση του ανοδικού κύκλου στις τιμές, παρά το γεγονός ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα παρέμεινε υψηλή.
Επιπλέον, η διεθνής αγορά πετρελαίου διαθέτει μεγαλύτερη ευελιξία σε σχέση με το φυσικό αέριο. Το πετρέλαιο μεταφέρεται ευκολότερα μέσω θαλάσσιων διαδρομών και μπορεί να αντικατασταθεί ταχύτερα από εναλλακτικές πηγές.
Αυτό επέτρεψε στην Ευρώπη να προσαρμοστεί ταχύτερα μετά την απώλεια του ρωσικού πετρελαίου.
Το φυσικό αέριο η «αχίλλειος πτέρνα» της Ευρώπης
Η εικόνα στην αγορά φυσικού αερίου είναι διαφορετική, καθώς ναι μεν η Ευρώπη κατάφερε να περιορίσει τη ρωσική παρουσία, όμως η μετάβαση δημιούργησε νέες ευαισθησίες.
Το 2021 η Ρωσία κάλυπτε περίπου το 35% των εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ, ενώ το 2025 το ποσοστό αυτό είχε υποχωρήσει στο 14,6%. Την ίδια περίοδο αυξήθηκε σημαντικά η συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών, της Νορβηγίας και του Αζερμπαϊτζάν.
Ωστόσο, η αντικατάσταση του ρωσικού αερίου δεν οδήγησε απαραίτητα σε μεγαλύτερη διαφοροποίηση, καθώς, όπως υπογραμμίζει η Eurobank, η Ευρώπη μετακινήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την εξάρτηση από έναν αγωγό προς την εξάρτηση από τη διεθνή αγορά LNG.
Οι ΗΠΑ εξελίχθηκαν στον σημαντικότερο νέο προμηθευτή, γεγονός που ενίσχυσε την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, αλλά ταυτόχρονα αύξησε την έκθεσή της στις παγκόσμιες διακυμάνσεις των τιμών.
Αυτό εξηγεί γιατί η συμπεριφορά του φυσικού αερίου ήταν διαφορετική από εκείνη του πετρελαίου. Μετά την προσωρινή αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων, η τιμή του Brent υποχώρησε σχετικά γρήγορα, καθώς οι αγορές θεώρησαν ότι ο άμεσος κίνδυνος μεγάλης διαταραχής στην προσφορά είχε περιοριστεί.
Αντίθετα, οι τιμές TTF παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, καθώς οι αγορές ανησυχούσαν για πιο βαθιά και διαρθρωτικά προβλήματα.
Η ανησυχία δεν αφορούσε μόνο τη Μέση Ανατολή, αλλά κυρίως το κατά πόσο η Ευρώπη θα μπορέσει να αναπληρώσει τα αποθέματά της πριν από την επόμενη περίοδο υψηλής ζήτησης.
Τα χαμηλότερα επίπεδα αποθήκευσης, η ανάγκη για περισσότερες εισαγωγές LNG και ο ανταγωνισμός με τις ασιατικές οικονομίες δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου οι τιμές του φυσικού αερίου παραμένουν ευάλωτες σε κάθε νέα αναταραχή.
Τα δύο σενάρια για τις τιμές ενέργειας
Η πορεία των διεθνών τιμών ενέργειας το επόμενο διάστημα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη των γεωπολιτικών εντάσεων, με την ανάλυση της Eurobank να εξετάζει δύο διαφορετικά σενάρια για την αγορά πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Στο πρώτο, πιο θετικό σενάριο, η υπόθεση εργασίας είναι ότι οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή αποκλιμακώνονται σταδιακά μέσα στο τρίτο τρίμηνο του 2026, ενώ επιτυγχάνεται συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν που επιτρέπει την επαναλειτουργία της ναυσιπλοΐας μέσω των κρίσιμων ενεργειακών διαδρομών.
Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η επιστροφή στην πλήρη ομαλότητα δεν θεωρείται άμεση, καθώς το κόστος μεταφοράς, τα ασφάλιστρα κινδύνου και οι αυξημένοι έλεγχοι ασφαλείας αναμένεται να διατηρήσουν ένα μέρος της πίεσης στις τιμές.
Με βάση αυτό το σενάριο, η Eurobank εκτιμά ότι η μέση τιμή του Brent για το 2026 θα μπορούσε να διαμορφωθεί στην περιοχή των 85,6 έως 87,1 δολαρίων ανά βαρέλι.
Στην αγορά φυσικού αερίου, η αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών κινδύνων θα επέτρεπε σταδιακή βελτίωση των συνθηκών, όμως η Ευρώπη θα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει πιέσεις λόγω των χαμηλών αποθεμάτων και της ανάγκης αναπλήρωσης των αποθηκών.
Για τον λόγο αυτό, η μέση τιμή TTF εκτιμάται ότι θα παραμείνει σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, μεταξύ 47,9 και 49,9 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Το δεύτερο σενάριο της Eurobank είναι πιο δυσμενές και προϋποθέτει ότι δεν επιτυγχάνεται μια σταθερή συμφωνία στη Μέση Ανατολή, ενώ η διέλευση μέσω του Στενού του Ορμούζ παραμένει περιορισμένη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Σε αυτή την περίπτωση, το κόστος μεταφοράς, οι ασφαλιστικές επιβαρύνσεις και οι καθυστερήσεις στις ενεργειακές ροές θα διατηρούσαν υψηλή την αβεβαιότητα στις αγορές.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η μέση τιμή του Brent το 2026 εκτιμάται ότι θα μπορούσε να κινηθεί υψηλότερα, μεταξύ 88,5 και 93,4 δολαρίων ανά βαρέλι.
Ακόμη μεγαλύτερη πίεση αναμένεται στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου, καθώς η περιορισμένη προσφορά LNG και η ανάγκη ενίσχυσης των αποθεμάτων θα μπορούσαν να οδηγήσουν το TTF σε επίπεδα μεταξύ 54 και 57,1 ευρώ ανά μεγαβατώρα.