Ο Όλι Ρόμπινς, ο πρώην γενικός γραμματέας του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, αποκάλυψε ενώπιον της επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Κοινοτήτων ότι δέχθηκε έντονες πιέσεις από το προσωπικό γραφείο του πρωθυπουργού για την ταχεία ολοκλήρωση της διαδικασίας διαπίστευσης ασφαλείας του Πίτερ Μάντελσον, ο οποίος διορίστηκε πρεσβευτής του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ουάσινγκτον.
Ο Ρόμπινς ανέφερε ότι υπήρχε «ισχυρή προσδοκία» να αναλάβει ο Μάντελσον τα καθήκοντά του το συντομότερο δυνατό. Όπως είπε, το γραφείο του βρισκόταν υπό συνεχή πίεση καθ’ όλη τη διάρκεια του Ιανουαρίου, με «πολύ συχνά τηλεφωνήματα» από το προσωπικό γραφείο του Κιρ Στάρμερ στην Ντάουνινγκ Στριτ.
Ο σερ Όλι Ρόμπινς σημείωσε ότι ενημερώθηκε προφορικά από τον επικεφαλής ασφαλείας του Φόρεϊν Όφις πως η επιτροπή ελέγχου ασφαλείας «έκλινε» οριακά προς την απόρριψη της υποψηφιότητας του Μάντελσον. Ωστόσο, όπως πρόσθεσε, οι αρμόδιοι αξιωματούχοι συμφώνησαν πως υπήρχαν τρόποι διαχείρισης των κινδύνων, γεγονός που οδήγησε τελικά στην έγκριση του διορισμού.
Ο Ρόμπινς τόνισε επίσης ότι οι κίνδυνοι που εξετάστηκαν δεν σχετίζονταν με τη σχέση του Μάντελσον με τον Τζέφρι Επστιν. Παρά ταύτα, η υπόθεση έχει προκαλέσει πολιτική θύελλα γύρω από τον διορισμό του βετεράνου του Εργατικού Κόμματος στο κορυφαίο διπλωματικό πόστο της χώρας.
Η αντιπαράθεση για τον διορισμό του Μάντελσον έχει εντείνει την πίεση προς τον Κιρ Στάρμερ, με αυξανόμενες φωνές να ζητούν την παραίτησή του. Ο βρετανός πρωθυπουργός παραδέχθηκε ότι έκανε λάθος και εξέφρασε τη λύπη του, επιρρίπτοντας ωστόσο ευθύνες σε αξιωματούχους που, όπως είπε, δεν τον ενημέρωσαν για την αρνητική γνωμοδότηση της επιτροπής ασφαλείας.
Παρά την κρίση, βουλευτές του Εργατικού Κόμματος δηλώνουν ότι δεν αναμένονται άμεσες κινήσεις για την αποπομπή του Στάρμερ, καθώς το κόμμα αντιμετωπίζει ήδη τον κίνδυνο σημαντικών απωλειών στις επικείμενες τοπικές εκλογές σε Αγγλία, Ουαλία και Σκωτία.