Ιδιαίτερα θετική για τις προοπτικές των ελληνικών τραπεζών εμφανίζεται η Deutsche Bank, η οποία παράλληλα ανεβάζει τις τιμές-στόχους για το σύνολο των τραπεζών και διατηρεί τη σύσταση «Buy».
Όπως επισημαίνει η Deutsche Bank, οι ελληνικές και κυπριακές τράπεζες συνεχίζουν να καταγράφουν ισχυρές επιδόσεις, με τα καλύτερα των αναμενόμενων αποτελέσματα του β’ τριμήνου του 2026 να δημιουργούν τις προϋποθέσεις για πιο θετικές προοπτικές.
Η πιστωτική επέκταση παραμένει ισχυρή, με τα εταιρικά δάνεια στην Ελλάδα να αυξάνονται κατά 10% σε ετήσια βάση, ενώ συνολικά η πιστωτική ανάπτυξη διαμορφώνεται στο 7%. Οι 4 συστημικές τράπεζες πέτυχαν καθαρή πιστωτική επέκταση 4,7 δισ. ευρώ στο α' εξάμηνο, ανεβάζοντας το χαρτοφυλάκιο εξυπηρετούμενων δανείων στα 132 δισ. ευρώ.
Παρά το σημαντικό re-rating που έχει ήδη προηγηθεί, η Deutsche Bank θεωρεί ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο ανόδου και διατηρεί «Buy» και για τις 4 ελληνικές τράπεζες. Top pick παραμένει η Eurobank, με νέα τιμή-στόχο 5,45 ευρώ, από 5 ευρώ. Για την Alpha Bank ανεβάζει τον στόχο στα 5,10 ευρώ από 4,80 ευρώ, για την Τράπεζα Πειραιώς στα 11,30 ευρώ από 10,15 ευρώ και για την Εθνική Τράπεζα στα 18,55 ευρώ από 17,10 ευρώ. Για την Τράπεζα Κύπρου θέτει την τιμή-στόχο στα 12,35 ευρώ από 11,25 προηγουμένως.
Η Eurobank ξεχωρίζει λόγω της διαφοροποιημένης κερδοφορίας, της διεθνούς παρουσίας και των προοπτικών από τις εξαγορές, ενώ η Alpha Bank εμφανίζει ισχυρή εμπορική δυναμική και πρόσθετη προαιρετικότητα από τη στρατηγική συμμετοχή της UniCredit. Η Πειραιώς συνεχίζει, κατά τον οίκο, να επιβεβαιώνει ένα από τα ισχυρότερα turnaround stories στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο. Η Εθνική διαθέτει εξαιρετικά ισχυρή κεφαλαιακή βάση και ισχυρή οργανική κερδοφορία, ωστόσο παραμένει η λιγότερο προτιμώμενη ελληνική επιλογή της Deutsche Bank λόγω της σχετικά υψηλότερης αποτίμησής της.
Καθοριστικό στοιχείο αποτελεί πλέον η μεγαλύτερη ανθεκτικότητα των καθαρών εσόδων από τόκους (NII). Η Deutsche Bank υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξή τους καθοδηγείται όλο και περισσότερο από την αύξηση των όγκων και λιγότερο από τα επιτόκια. Για το 2026 προβλέπει NII περίπου 9,6 δισ. ευρώ για τον κλάδο, αυξημένο κατά περίπου 7%, ενώ βλέπει περιθώρια για νέες θετικές εκπλήξεις και αναβαθμίσεις των guidance εφόσον συνεχιστεί η ισχυρή πιστωτική επέκταση.
Παράλληλα, η ποιότητα ενεργητικού συνεχίζει να βελτιώνεται. Ο μέσος δείκτης NPE υποχώρησε περίπου στο 2,2% στο β΄ τρίμηνο, από 2,7% στο προηγούμενο τρίμηνο, χωρίς ουσιαστικές ενδείξεις επιδείνωσης παρά την ταχεία αύξηση των χορηγήσεων. Η Deutsche Bank αναμένει περαιτέρω υποχώρηση του δείκτη προς το 2% έως το 2028.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις διανομές κεφαλαίου. Η ισχυρή κεφαλαιακή θέση και η σταδιακή αποκλιμάκωση της εξάρτησης από τις αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις δημιουργούν, σύμφωνα με τον οίκο, χώρο για υψηλότερα payout ratios και επαναγορές μετοχών. Οι μερισματικές αποδόσεις μπορούν να κινηθούν σε υψηλά μονοψήφια έως και διψήφια ποσοστά μέχρι το 2028. Ο δείκτης DTC προς CET1 έχει ήδη υποχωρήσει κατά μέσο όρο στο 39%, από 50% το 2024.
Πρόσθετος καταλύτης είναι η μετάβαση της ελληνικής αγοράς στις ανεπτυγμένες αγορές. Η ένταξη των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών στον STOXX Europe 600 και η αναβάθμιση από τον FTSE Russell τίθενται σε ισχύ στις 21 Σεπτεμβρίου, ενώ η Deutsche Bank θεωρεί σημαντικότερο ορόσημο την αναβάθμιση της Ελλάδας από τον MSCI τον Μάιο του 2027. Η εξέλιξη αναμένεται να διευρύνει μακροπρόθεσμα τη δεξαμενή θεσμικών επενδυτών που μπορούν να τοποθετηθούν στις ελληνικές μετοχές.