Η διαχείριση του νερού εξελίσσεται σε μια από τις βασικές στρατηγικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η κλιματική κρίση, η λειψυδρία και οι αυξανόμενες ανάγκες πιέζουν τις υποδομές και αναδεικνύουν το νερό ως κρίσιμο παράγοντα για την οικονομική και κοινωνική ανθεκτικότητα.
Αυτό το μήνυμα ανέδειξε η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στην ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης, δίνοντας έμφαση στις επενδύσεις σε υδατικές υποδομές, στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και στη δημιουργία ευρωπαϊκού πλαισίου για την ασφάλεια και την επάρκεια του νερού. Στον πυρήνα των ευρωπαϊκών σχεδιασμών βρίσκεται η νέα Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για το Νερό, που θα λειτουργήσει ως μηχανισμός συντονισμού πολιτικών και επενδύσεων.
Η νέα αυτή στρατηγική διαμορφώνει και για την Ελλάδα ένα διαφορετικό πλαίσιο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνδέει πλέον άμεσα τις πολιτικές για το νερό με τη χρηματοδότηση υποδομών, την πρόληψη φυσικών κινδύνων και την κλιματική προσαρμογή. Μέσω της αναθεωρημένης Πολιτικής Συνοχής, ενισχύονται οι πόροι για έργα βιώσιμης διαχείρισης υδάτων, προστασίας από πλημμύρες και ξηρασίες, καθώς και για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας των κρατών-μελών.
Στην ίδια ευρωπαϊκή στρατηγική εντάσσονται το σχέδιο αντιμετώπισης καυσώνων, η Συμμαχία για την Κλιματική Ασφάλιση και η πρωτοβουλία OceanEye, που αφορά την παρακολούθηση θαλάσσιων και υδάτινων οικοσυστημάτων, αξιοποιώντας νέες τεχνολογίες. Κοινό χαρακτηριστικό είναι ότι το νερό αντιμετωπίζεται πλέον ως κρίσιμη υποδομή, με σημασία για την οικονομία, την ασφάλεια, την ποιότητα ζωής και την ανθεκτικότητα των πόλεων.
Από την πλευρά της Ελλάδας, σε αυτό το πλαίσιο κινούνται και οι πρωτοβουλίες του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Ο ΥΠΕΝ Σταύρος Παπασταύρου έχει θέσει στο επίκεντρο τη θεσμική μεταρρύθμιση για το νερό, τη διαμόρφωση της πρώτης Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα, την ενίσχυση των υποδομών και την αξιοποίηση τεχνογνωσίας και νέων τεχνολογιών. Ταυτόχρονα, υλοποιούνται έργα συνολικού ύψους 3,4 δισ. ευρώ που καλύπτουν τους μισούς δήμους της χώρας.
Σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, η στρατηγική αυτή αξιοποιεί ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία και τεχνογνωσία. Μετά τη συμφωνία του ΥΠΕΝ με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων τον Ιούλιο για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας κρίσιμων υπηρεσιών και υποδομών σε τομείς νερού και ενέργειας, το επόμενο βήμα αφορά τη Θεσσαλονίκη.
Την περασμένη Παρασκευή, η ΕΥΑΘ υπέγραψε συμφωνία με την ΕΤΕπ, μέσω του InvestEU Advisory Hub, με στόχο την εκπόνηση μακροπρόθεσμου επενδυτικού προγράμματος. Η συνεργασία επικεντρώνεται στην αξιολόγηση των υπαρχουσών υποδομών ύδρευσης, αποχέτευσης, επεξεργασίας λυμάτων και κυκλικής οικονομίας, καθώς και στον σχεδιασμό μελλοντικών επενδύσεων για την ευρύτερη περιοχή.
Για το ΥΠΕΝ, ζητούμενο δεν είναι μόνο η υλοποίηση νέων έργων, αλλά και η προτεραιοποίηση των αναγκών. Μέσω της συμβουλευτικής υποστήριξης θα αξιολογηθούν οι υφιστάμενες υποδομές και θα καταρτιστεί επενδυτικό πρόγραμμα με βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Στις πιθανές παρεμβάσεις περιλαμβάνονται ο εκσυγχρονισμός δικτύων, η μείωση απωλειών νερού, η βελτίωση ενεργειακής απόδοσης, η ψηφιακή παρακολούθηση, η αναβάθμιση επεξεργασίας λυμάτων, η επαναχρησιμοποίηση νερού και λύσεις κυκλικής οικονομίας.
«Σε συνέχεια της συμφωνίας μεταξύ ΥΠΕΝ και ΕΤΕπ για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας κρίσιμων υπηρεσιών και υποδομών σε νερό και ενέργεια τον Ιούλιο, σήμερα προχωρά και η ΕΥΑΘ σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για την αξιοποίηση της ευρωπαϊκής τεχνογνωσίας», επεσήμανε ο κ. Παπασταύρου. «Τα πεπαλαιωμένα δίκτυα και οι απώλειες νερού, οι αυξημένες ανάγκες σε νερό και οι τουριστικές πιέσεις, οι προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής και της λειψυδρίας σε όλο τον κόσμο δεν επιτρέπουν αδράνεια ούτε μπορούν να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα και αποσπασματικά. Γι’ αυτό και προχωρήσαμε σε μία γενναία θεσμική μεταρρύθμιση».
Η διάσταση της Θεσσαλονίκης έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ΕΥΑΘ παρέχει υπηρεσίες ύδρευσης, αποχέτευσης και επεξεργασίας λυμάτων σε περίπου 1,3 εκατομμύρια ανθρώπους στην περιοχή. Η αξιοπιστία και ανθεκτικότητα των υπηρεσιών αυτών καθίσταται ακόμη πιο σημαντική υπό την πίεση της κλιματικής αλλαγής, της αυξημένης ζήτησης και της ανάγκης για αποδοτικότερη χρήση νερού και ενέργειας.
Επιπλέον, η συνεργασία αποκτά θεσμική διάσταση μετά τη μεταρρύθμιση στον χάρτη των υδάτων, βάσει της οποίας η ΕΥΑΘ αναλαμβάνει κεντρικότερο ρόλο με την ενσωμάτωση 25 παρόχων ύδρευσης και άρδευσης σε Θεσσαλονίκη και Χαλκιδική. Όπως σημειώνει ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΥΑΘ Άνθιμος Αμανατίδης, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ανάγκη για νέα αρχιτεκτονική διαχείρισης του υδατικού πόρου, τεκμηριωμένο επενδυτικό σχεδιασμό, σαφείς προτεραιότητες και αξιοποίηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων.