Το πολιτικό και οικονομικό στίγμα της κυβέρνησης ενόψει της ΔΕΘ, καθώς και η κριτική προς τον Αλέξη Τσίπρα για την επιλογή του να πραγματοποιήσει ομιλία στη Θεσσαλονίκη πριν από τον πρωθυπουργό, αποτέλεσαν βασικά σημεία της παρέμβασης του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, σε συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΪ 100,3.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη φετινή ΔΕΘ, επισημαίνοντας τη σημαντική πολιτική της βαρύτητα, καθώς είναι η τελευταία πριν από τις επόμενες εθνικές εκλογές. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα περιοριστεί στην παρουσίαση μέτρων για το 2027, αλλά θα παρουσιάσει τις βασικές προτεραιότητες της κυβέρνησης για την επόμενη τετραετία, εφόσον οι πολίτες ανανεώσουν την εμπιστοσύνη τους στη Νέα Δημοκρατία.
Όπως τόνισε ο κ. Μαρινάκης, «αυτά τα οποία θα ακούσετε, αυτά θα δείτε και να εφαρμόζονται», υπογραμμίζοντας ότι ο πρωθυπουργός θα θέσει τις βάσεις των βασικών προτεραιοτήτων της κυβέρνησης για την επόμενη τετραετία, με έμφαση κυρίως στο οικονομικό πεδίο.
Σχετικά με την παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη, ο κ. Μαρινάκης σχολίασε ότι η σύνδεση του πρώην πρωθυπουργού με το «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης» προκαλεί, όπως ανέφερε, από απαξίωση έως υπενθύμιση γεγονότων της περιόδου διακυβέρνησής του. Τόνισε πως «Τσίπρας και πρόγραμμα Θεσσαλονίκης, λοιπόν, το τελευταίο πράγμα που μπορεί να δημιουργήσει σε έναν πολιτικό αντίπαλο είναι φόβο», διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η κυβέρνηση δεν υποτιμά κανέναν πολιτικό αντίπαλο.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επέκρινε την επιλογή του κ. Τσίπρα να προηγηθεί χρονικά του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη. Υπενθύμισε ότι, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν είχε προηγηθεί ποτέ του τότε πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, ακόμη και όταν η ΝΔ προηγείτο στις δημοσκοπήσεις.
Σύμφωνα με τον κ. Μαρινάκη, η ΔΕΘ αποτελεί διαχρονικά πολιτικό ορόσημο, όπου πρώτα ο εκάστοτε πρωθυπουργός παρουσιάζει το κυβερνητικό πρόγραμμα και στη συνέχεια τα κόμματα της αντιπολίτευσης καταθέτουν τις δικές τους προτάσεις. Υποστήριξε ότι η επιλογή του κ. Τσίπρα να «σπάσει» αυτήν την παράδοση, ενώ δεν είναι αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δείχνει «πολύ αλαζονικό» τρόπο αντίληψης της πολιτικής.
Σκληρή ήταν η κριτική του κυβερνητικού εκπροσώπου και για τις οικονομικές εξαγγελίες που ενδέχεται να κάνει ο πρώην πρωθυπουργός. Ο κ. Μαρινάκης υπενθύμισε τη φορολογική πολιτική της περιόδου 2015-2019, σημειώνοντας ότι επί κυβέρνησης Τσίπρα επιβλήθηκαν ή αυξήθηκαν περισσότεροι από 30 φόροι.
Έκανε ειδική αναφορά στους ελεύθερους επαγγελματίες, στον νόμο Κατρούγκαλου, στις ασφαλιστικές εισφορές, στον συντελεστή φορολογίας 29% και στην προκαταβολή φόρου 100%. Αντιπαρέβαλε τα δεδομένα εκείνης της περιόδου με τις μειώσεις φόρων που έχουν ακολουθήσει.
Όπως επισήμανε, «ο τελευταίος εν δυνάμει πρωθυπουργός ή πρώην πρωθυπουργός που μπορεί να μιλήσει σε έναν ελεύθερο επαγγελματία για φόρους και να τον πάρει στα σοβαρά ο ελεύθερος επαγγελματίας νομίζω ότι είναι ο κ. Τσίπρας».
Ο κ. Μαρινάκης αναγνώρισε ότι η ακρίβεια αποτελεί το βασικό πρόβλημα που απασχολεί σήμερα τα νοικοκυριά, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση οφείλει να περιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο τις επιπτώσεις της.
Τόνισε ωστόσο ότι δεν υπάρχει κάποιο «κουμπί» που μπορεί να εξαφανίσει την ακρίβεια και έθεσε ως βασικό ζήτημα τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου χωρίς νέα υπερφορολόγηση. Όπως είπε, τα πρόσθετα κρατικά έσοδα πρέπει να προέρχονται από την ανάπτυξη της οικονομίας και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, ώστε να μπορούν να χρηματοδοτούνται μόνιμα μέτρα στήριξης.
Σε ό,τι αφορά τους αποδέκτες των νέων παρεμβάσεων, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος εξέφρασε την άποψη ότι πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στις οικογένειες, στη μεσαία τάξη, στους συνεπείς φορολογούμενους και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις οικογένειες με παιδιά, στους τρίτεκνους και πολύτεκνους, ενώ σημείωσε ότι πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω παρεμβάσεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Επίσης, υπογράμμισε ότι συνταξιούχοι με συντάξεις της τάξης των 1.200 ή 1.500 ευρώ, όπως και δημόσιοι υπάλληλοι, δεν μπορούν να θεωρούνται πολίτες χωρίς ανάγκη στήριξης.
Για τα ελληνοτουρκικά, ο κ. Μαρινάκης υποστήριξε ότι ο όρος «ήρεμα νερά» αδικεί την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Όπως δήλωσε, «η επικεφαλίδα είναι μια υπερήφανη Ελλάδα που μεγαλώνει με πολιτικές, με πράξεις και όχι με ψευτοπατριωτικές κορώνες», ξεκαθαρίζοντας ότι η Αθήνα επιδιώκει διάλογο και καλό κλίμα με την Τουρκία, πάντα με σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο, χωρίς όμως ο διάλογος να αποτελεί αυτοσκοπό.
Παρέπεμψε στις συμφωνίες για ΑΟΖ με την Αίγυπτο και την Ιταλία, στην επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο, στην ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων και στη μεταναστευτική πολιτική. Υποστήριξε ότι όσοι κατηγορούν την κυβέρνηση για «ενδοτικότητα» επιχειρούν να κατασκευάσουν ένα ψεύτικο αφήγημα.
Ερωτηθείς για τον Αντώνη Σαμαρά, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σημείωσε ότι επιλέγει προσεκτικά τις διατυπώσεις του, λόγω της πολιτικής διαδρομής του πρώην πρωθυπουργού και πρώην προέδρου της ΝΔ. Αναγνώρισε ότι ο κ. Σαμαράς συνέβαλε ώστε η Ελλάδα να παραμείνει «μία ευρωπαϊκή και κανονική χώρα», υπογραμμίζοντας όμως ότι και ο ίδιος, όπως και οι υπόλοιποι πρωθυπουργοί, ακολούθησε εξωτερική πολιτική βασισμένη στο Διεθνές Δίκαιο και διατηρούσε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία.
Ο κ. Μαρινάκης άφησε, τέλος, σαφείς αιχμές για τη σημερινή στάση του πρώην πρωθυπουργού, λέγοντας ότι το να ακολουθεί κάποιος αυτή την πολιτική όταν βρίσκεται στην πρωθυπουργία και, όταν δεν είναι πρωθυπουργός, «ενδεχομένως για να γίνει πιο συμπαθής» σε ένα δεξιότερο ακροατήριο να επιτίθεται περισσότερο στην Τουρκία, «δεν βοηθάει κάπου τη χώρα».