Η νέα ρύθμιση για τα δάνεια του ν. 3869/2010 φέρνει μικρότερες δόσεις, χαμηλότερο βάρος και ταχύτερη αποπληρωμή, όπως επισημαίνει ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Ο στόχος μας παραμένει να δίνουμε ανάσα στους πολίτες - ιδίως σε εκείνους που τη χρειάζονται περισσότερο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στο βίντεο που συνοδεύει την ανάρτηση, ο υπουργός εξηγεί τον τρόπο λειτουργίας της νέας ρύθμισης, η οποία προωθείται μέσω τροπολογίας στο πολυνομοσχέδιο για το ιδιωτικό χρέος και τα μέτρα στήριξης πολιτών και επιχειρήσεων.
Όπως σημειώνει, η τροπολογία εφαρμόζει καθολικά την απόφαση του Αρείου Πάγου για όλους όσοι έχουν ενεργές ρυθμίσεις, επεκτείνοντας παράλληλα τα οφέλη της αναδρομικά.
«Αυτό δεν μας το επιβάλλει η δικαστική απόφαση. Αυτό ερχόμαστε και το κάνουμε μόνοι μας», υπογραμμίζει ο κ. Πιερρακάκης, προσθέτοντας ότι η ρύθμιση αφορά περισσότερους από 100.000 πολίτες. «Αυτό ακριβώς είχαμε πει ότι μελετούσαμε και θα εφαρμόζαμε πολύ γρήγορα» ανέφερε.
Παραθέτοντας παράδειγμα, ο υπουργός εξηγεί ότι δανειολήπτης με υπόλοιπο οφειλής 144.500 ευρώ θα έβλεπε τη μηνιαία δόση του να μειώνεται από 731 ευρώ σε 483 ευρώ. «Το οποίο τι είναι; Είναι 482 ευρώ αποπληρωμή κεφαλαίου και 1 ευρώ τόκος μόλις», σημειώνει.
Έτσι, το υπερβάλλον ποσό που έχει ήδη καταβάλει θα αφαιρεθεί από τις επόμενες δόσεις, μειώνοντας σημαντικά το συνολικό κόστος εξυπηρέτησης του δανείου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αλλαγή αυτή σημαίνει ότι ο δανειολήπτης, αντί να πληρώσει 74.852 ευρώ σε τόκους, θα καταβάλει μόλις 411 ευρώ, γεγονός που αποτυπώνει το μέγεθος της διαφοράς που επιφέρει η νέα ρύθμιση.
Πολιτική διάσταση της πρωτοβουλίας
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης, στο πλαίσιο του συνεδρίου «Cantina Academy» με θέμα «Ήπειρος: Οι ρίζες και το μέλλον της αυθεντικότητας», σχολίασε και την πολιτική διάσταση της πρωτοβουλίας.
Όπως ανέφερε, «εκεί που το τελευταίο διάστημα άκουγα τα σχόλια της αντιπολίτευσης και η αντιπολίτευση βρήκε ακόμα μια ευκαιρία για πολιτική εκμετάλλευση, εμείς το αντιλαμβανόμαστε ως υποχρέωση πολιτικής ευθύνης και όχι ως ευκαιρία πολιτικής εκμετάλλευσης. Και αυτό είναι που μας διαχωρίζει και που θα μας διαχωρίζει».