Η υπερψήφιση του νομοσχεδίου για τη θανατική ποινή από το ισραηλινό κοινοβούλιο προκαλεί έντονη ανησυχία στις Βρυξέλλες, καθώς θεωρείται σοβαρή υπαναχώρηση από τις δεσμεύσεις του Ισραήλ και από την πρακτική του μακροχρόνιου de facto μορατόριουμ.
Την εκτίμηση αυτή διατύπωσε η Ύπατη Εκπρόσωπος της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, Κάγια Κάλλας, απαντώντας σε ερώτηση του αντιπροέδρου της Left και ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Κώστα Αρβανίτη.
Ο κ. Αρβανίτης είχε ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να τοποθετηθεί σχετικά με την εφαρμογή της θανατικής ποινής από τα ισραηλινά δικαστήρια, επισημαίνοντας ότι αφορά αποκλειστικά Παλαιστίνιους. Χαρακτήρισε το νομοσχέδιο «σοβαρή οπισθοδρόμηση» και υπενθύμισε τις υποχρεώσεις του Ισραήλ στο πλαίσιο της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ.
Η Ύπατη Εκπρόσωπος τόνισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ανησυχεί βαθύτατα για τον de facto μεροληπτικό χαρακτήρα του νομοσχεδίου. Όπως ανέφερε, ο νόμος έχει ήδη προσβληθεί ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ισραήλ.
Παράλληλα, σημείωσε ότι «σύμφωνα με τις προσπάθειές της σε παγκόσμιο επίπεδο για την καθολική κατάργηση της θανατικής ποινής, η ΕΕ καλεί μετ' επιτάσεως το Ισραήλ να συμμορφωθεί με την προηγούμενη θέση αρχής του και με τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του διεθνούς δικαίου».
Η Κάγια Κάλλας υπενθύμισε ότι η θέση της ΕΕ αποτυπώθηκε στη δήλωση της 31ης Μαρτίου 2026 και ότι το ζήτημα τέθηκε απευθείας στον υπουργό Εξωτερικών του Ισραήλ.
Τέλος, η Ύπατη Εκπρόσωπος υπενθύμισε ότι τον Σεπτέμβριο του 2025, μετά από εισήγηση των κρατών-μελών, εντοπίστηκαν πιθανές παραβιάσεις του άρθρου 2 της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ.
Ως αποτέλεσμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέστειλε το μεγαλύτερο μέρος της διμερούς χρηματοδότησης προς το Ισραήλ, εξαιρώντας μόνο την κοινωνία των πολιτών και το Γιαντ Βασέμ. Πρόσθετα μέτρα εξετάζονται αυτή τη στιγμή στο Συμβούλιο.