Στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος τοποθετήθηκε ο ειδικός αγορητής της Ελληνικής Λύσης Στέλιος Φωτόπουλος, ασκώντας κριτική στην κυβερνητική προσέγγιση για τη συνταγματική αναθεώρηση. Όπως δήλωσε, «η κυβέρνηση φαίνεται να αντιλαμβάνεται το Σύνταγμα, ως ένα κείμενο πολιτικών διακηρύξεων, στο οποίο κάθε νέα κοινωνική ή τεχνολογική πρόκληση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης». Αντίθετα, τόνισε ότι το Σύνταγμα αποτελεί τον ανώτατο κανόνα δικαίου και οφείλει να παραμένει αυστηρό, λιτό και διαχρονικό.
Ο κ. Φωτόπουλος υπογράμμισε ότι κάθε αναθεώρηση πρέπει να προκύπτει από πραγματική θεσμική αναγκαιότητα και όχι από την επιθυμία συνταγματικής κατοχύρωσης κάθε σύγχρονης πολιτικής προτεραιότητας. Ειδική αναφορά έκανε στο ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης, εξηγώντας πως μπορεί να ρυθμιστεί αποτελεσματικά μέσω της κοινής νομοθεσίας, καθώς καλύπτεται ήδη από τις θεμελιώδεις συνταγματικές εγγυήσεις.
«Το ελληνικό Σύνταγμα δεν αγνοεί την τεχνολογική πρόοδο. Την αντιμετωπίζει μέσα από διαφορετικές συνταγματικές αρχές και όχι μέσα από ειδικές ρυθμίσεις για κάθε νέα τεχνολογία», ανέφερε, επισημαίνοντας τα άρθρα 2, 4, 5, 9α και 25 που διασφαλίζουν την ανθρώπινη αξία, την ισότητα, την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, την προστασία προσωπικών δεδομένων και την αρχή της αναλογικότητας. Όπως σημείωσε, η τεχνολογία δεν αλλάζει το περιεχόμενο των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά τις μορφές προσβολής τους, οι οποίες πρέπει να ρυθμίζονται από τον κοινό νομοθέτη και όχι από το Σύνταγμα.
Ο βουλευτής προειδοποίησε ότι «αν σήμερα θεωρήσουμε αναγκαία τη συνταγματική αναφορά στην τεχνητή νοημοσύνη, αύριο θα βρεθούμε αντιμέτωποι με την ίδια απαίτηση για την κβαντική υπολογιστική ή τη συνθετική βιολογία». Υπογράμμισε ότι το Σύνταγμα πρέπει να παραμένει ανθεκτικό στον χρόνο, κατοχυρώνοντας διαχρονικές αρχές άσκησης εξουσίας και θέτοντας σαφή όρια εντός των οποίων οφείλει να κινείται κάθε τεχνολογία.
Αναφορές στα άρθρα 14 και 15 του Συντάγματος
Ο κ. Φωτόπουλος σημείωσε ότι η ίδια φιλοσοφία διέπει και τις προτεινόμενες αναθεωρήσεις των άρθρων 14 και 15. Ανέφερε ότι η κυβερνητική πρόταση εστιάζει στην ελευθερία του δημοσιογράφου ως προσώπου, ενώ η πρόταση της Ελληνικής Λύσης επικεντρώνεται στην πλήρη ανεξαρτησία γνώμης του δημοσιογράφου κατά την άσκηση του λειτουργήματός του. «Η ελευθερία του Τύπου διασφαλίζεται όταν προστατεύεται η ανεξαρτησία της δημοσιογραφικής κρίσης απέναντι σε κάθε μορφή εξάρτησης ή παρέμβασης», υπογράμμισε.
Αναφορικά με το άρθρο 15 και τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης, επισήμανε ότι το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο ήδη αναγνωρίζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των ηλεκτρονικών ΜΜΕ και προβλέπει δημόσιο έλεγχο για την αντικειμενική ενημέρωση, την πολυφωνία και την ποιοτική στάθμη του προγράμματος. «Επομένως, ούτε εδώ διαπιστώνεται συνταγματικό κενό», ανέφερε, προσθέτοντας ότι το ζητούμενο είναι η αποτελεσματική εφαρμογή των συνταγματικών επιταγών.