Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένεται να προχωρήσει σε νέα αύξηση του βασικού επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης στο 2,5% την ερχόμενη Πέμπτη, εν μέσω συνεχιζόμενου αδιεξόδου στη σύγκρουση ΗΠΑ και Ιράν και σημαντικής ανόδου στις τιμές των καυσίμων. Αυτή θα είναι η δεύτερη αύξηση για το 2023, ακολουθώντας την αντίστοιχη απόφαση του Ιουνίου.
Η αγορά έχει ήδη προεξοφλήσει την επικείμενη αύξηση, όπως αποτυπώνεται στην πορεία του euribor τριών μηνών και ενός μήνα, που αποτελούν τη βάση για τον υπολογισμό των δόσεων στα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου. Το Euribor τριών μηνών διαμορφώθηκε στα μέσα της εβδομάδας στο 2,65%, σημειώνοντας άνοδο από 2,46% στις αρχές Αυγούστου και 2,31% στις αρχές Ιουλίου. Αντίστοιχα, το Euribor ενός μήνα αυξήθηκε στο 2,30% από 2,24% και 2,20% αντίστοιχα.
Το σήμα για τη νέα αύξηση των επιτοκίων έδωσε η Ιζαμπελ Σνάμπελ, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, επισημαίνοντας ότι ο πληθωρισμός εκτιμάται πως θα παραμείνει άνω του στόχου του 2% για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό αποδίδεται τόσο στον αντίκτυπο της διαμάχης για τα Στενά του Ορμούζ στις τιμές ενέργειας όσο και στην καλύτερη από το αναμενόμενο πορεία της οικονομίας.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε στο 3,3% τον Αύγουστο σε ετήσια βάση από 2,9% τον Ιούλιο, ενώ ο δομικός πληθωρισμός υποχώρησε ελαφρά στο 2,4% από 2,5%. Η κυρίαρχη άποψη στην ΕΚΤ παραμένει πως οι τιμές της ενέργειας θα επηρεάσουν περαιτέρω τις τιμές αγαθών και υπηρεσιών, εάν δεν αυξηθούν τα επιτόκια. Ειδική μνεία γίνεται στην τιμή του φυσικού αερίου (TTF) στην Ευρώπη, που ξεπέρασε τα 70 ευρώ ανά μεγαβατώρα, τα υψηλότερα επίπεδα από τα τέλη του 2022, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση διακόπηκε απότομα από τις ρωσικές προμήθειες.
Η τιμή του TTF στις αρχές του 2026 βρισκόταν στα 27 ευρώ, γεγονός που υποδηλώνει υπερδιπλασιασμό. Για την ΕΕ, ο αντίκτυπος της ανόδου στις τιμές φυσικού αερίου κρίνεται πιο σημαντικός από εκείνον του πετρελαίου, που διαμορφώθηκε κοντά στα 95 δολάρια το βαρέλι την περασμένη εβδομάδα. Με την πληρότητα των αποθηκών φυσικού αερίου στην ΕΕ να παραμένει χαμηλή – στο 65% έναντι 82% κατά μέσο όρο την προηγούμενη πενταετία – ενισχύεται ο κίνδυνος διατήρησης ή περαιτέρω αύξησης των τιμών, ιδίως αν δεν υπάρξει αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και ο χειμώνας στην Ευρώπη αποδειχθεί βαρύς.
Στην αναμενόμενη αύξηση των επιτοκίων αναφέρθηκε και ο πρόεδρος της γερμανικής κεντρικής τράπεζας, Γιόαχιμ Νάγκελ, ο οποίος σημείωσε πως οι αγορές προεξοφλούν με πιθανότητα άνω του 95% την επικείμενη αύξηση στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου. Ο επικεφαλής της Μπούντεσμπανκ απέφυγε να τοποθετηθεί για μελλοντικές αυξήσεις, παραπέμποντας στην πάγια θέση της ΕΚΤ για αποφάσεις ανά συνεδρίαση βάσει των διαθέσιμων στοιχείων. Οι επενδυτές, ωστόσο, αναμένουν μία ακόμη αύξηση από τον Δεκέμβριο έως την Άνοιξη.
Η ΕΚΤ ήταν η πρώτη από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες που προχώρησε σε αύξηση επιτοκίων λόγω του πολέμου στο Ιράν, με ενδεχόμενο να ακολουθήσει και η αμερικανική Fed. Ο πρόεδρός της, Κέβιν Γουόρς, δήλωσε πως ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ παραμένει υψηλός, με ετήσιο ρυθμό 3,4% τον Ιούλιο, και εάν δεν υποχωρήσει θα απαιτηθούν περαιτέρω ενέργειες, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων επιτοκίων. Το βασικό επιτόκιο της Fed κυμαίνεται μεταξύ 3,50% και 3,75%.