Ανεβάζουν «στροφές» τα στεγαστικά δάνεια, με τις εκταμιεύσεις της τελευταίας πενταετίας να κινούνται σε σταθερή τροχιά ανόδο, παίρνοντας ώθηση τόσο από τα κρατικά προγράμματα «Σπίτι μου», αλλά και από το ενδιαφέρον για αγορά κατοικίας εκτός του προγράμματος.
Μάλιστα, για το σύνολο του 2026 υπολογίζεται πως οι εκταμιεύσεις από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες θα ξεπεράσουν τα 2,8 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Διευθύνων Σύμβουλος της IMS Financial Consulting, Κυριάκος Καμπούρης, στο πλαίσιο της συνάντησης με δημοσιογράφους με αφορμή την συμπλήρωση 20 ετών του Spitogatos και της μεταξύ τους συνεργασίας.
Όπως ανέφερε, στο οκτάμηνο του 2026 οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων είχαν αγγίξει ήδη 1,83 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 35% ή 475 εκατ. ευρώ με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, όπου είχαν εκταμιευθεί 1,36 δισ. ευρώ. Από τις εκταμιεύσεις του 2026 που έχουν καταγραφεί έως τώρα, τα 1,24 δισ. ευρώ αφορούν σε παραδοσιακό δανεισμό και τα 589 εκατ. ευρώ σε στεγαστικά δάνεια μέσω του «Σπίτι μου 2».
Η πορεία αυτή είναι σαφώς βελτιωμένη από τις επιδόσεις που έχουν καταγράψει τα στεγαστικά δάνεια τα προηγούμενα χρόνια, καθώς η συνολική ετήσια εκταμίευση υπερτετραπλασιάστηκε το 2025 έναντι του 2020.
Σύμφωνα με τα επιμέρους στοιχεία, το 2020 εκταμιεύτηκαν μόλις 594 εκατ. ευρώ, τα οποία αυξήθηκαν σε 884 εκατ. το 2021 και 1,2 δισ. το 2022. Το 2023 είναι το κομβικό έτος όπου συστήθηκε στην αγορά το επιδοτούμενο πρόγραμμα για αγορά πρώτης κατοικίας «Σπίτι μου» και η ανάπτυξη της αγοράς στεγαστικών δανείων άρχισε να επιταχύνεται.
Συγκεκριμένα, τότε η αγορά στεγαστικών δανείων άγγιξε τα 1,3 δισ. ευρώ, τα οποία αυξήθηκαν σε 1,77 δισ. το 2024, εκ των οποίων τα 470 εκατ. ευρώ αφορούν τα προγράμματα «Σπίτι μου» και «Σπίτι μου 2», ενώ το 2025 άγγιξαν τα 2,5 δισ. ευρώ, με τα 843 εκατ. να προέρχονται από το «Σπίτι μου 2».
Να σημειωθεί πως, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, μόνο από το πρόγραμμα «Σπίτι μου 2» συνολικά υπογράφηκαν 14.114 δανειακές συμβάσεις, ύψους 1,54 δισ. ευρώ, κινητοποιώντας αγορές ακινήτων συνολικής αξίας άνω των 2,15 δισ. ευρώ.
Από τα χαμηλότερα επιτόκια στην Ευρώπη
Στην αναζωπύρωση της αγοράς στεγαστικών δανείων συμβάλλουν τα ανταγωνιστικά επιτόκια που προσφέρουν οι ελληνικές τράπεζες, μειώνοντας το συνολικό κόστος δανεισμού για αγορά κατοικίας.
Μάλιστα, ο ανταγωνισμός δεν περιορίζεται μεταξύ των εγχώριων ιδρυμάτων αλλά και των ευρωπαϊκών, καθώς τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν ότι σε βασικές κατηγορίες σταθερού επιτοκίου η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το μέσο σταθερό επιτόκιο έως πέντε έτη για νέα στεγαστικά δάνεια διαμορφώθηκε στο 2,89% τον Ιούλιο του 2026 στην Ελλάδα, έναντι 3,57% στην ευρωζώνη.
Μάλιστα, ανάμεσα στις χώρες της ζώνης του ευρώ που προσφέρουν τα χαμηλότερα επιτόκια, η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη θέση, πίσω από την Πορτογαλία που τον Ιούλιο διατηρούσε επιτόκιο 2,84%, την Κροατία με 2,62% και τη Μάλτα με 1,77%. Στην ακριβή πλευρά των επιτοκίων βρίσκεται η Λετονία με 8,45% και η Εσθονία στο 8,02%.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στα στεγαστικά δάνεια με σταθερό επιτόκιο διάρκειας άνω των δέκα ετών, που στην Ελλάδα ο μέσος όρος ήταν τον Μάιο 3,20%, έναντι 3,36% στην ευρωζώνη, καταλαμβάνοντας την πέμπτη θέση της κατάταξης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, τα μέσα επιτόκια στις πιο ακριβές χώρες του ευρώ συναντώνται στην Εσθονία με 10,37%, τη Σλοβακία με 5,29% και τη Λετονία με 5,02%, ενώ τα πιο χαμηλά στη Βουλγαρία με 2,53%, την Ισπανία με 2,66% και την Κροατία με 2,92%.
Μόλις το 23% των πωλήσεων ακινήτων γίνονται με στεγαστικό δάνειο
Παρά την «έκρηξη» στις εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων, η Ελλάδα έχει να διανύσει σημαντική απόσταση για να φτάσει την Ευρώπη. Δεδομένων των πληθυσμιακών και οικονομικών στοιχείων της χώρας, οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων θα έπρεπε να κυμαίνονται μεταξύ 3-4 δισ. ευρώ.
Επιπλέον, στην Ευρώπη το 45% των αγοραπωλησιών ακινήτων πραγματοποιούνται με στεγαστικό δάνειο, ποσοστό που στην Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο 23%, σημειώνοντας μια διαφορά 22 μονάδων βάσης.
Αυτό σημαίνει πως οι περισσότεροι Έλληνες φαίνεται να προτιμούν να προχωρούν στην αγορά μιας κατοικίας με ίδια κεφάλαια, κάτι που ο κ. Καμπούρης αποδίδει στο συλλογικό τραύμα των κόκκινων δανείων που άφησε πίσω της η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας.
Η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των νοικοκυριών είναι ένα σημαντικό στοίχημα για τις τράπεζες, στο οποίο οι μεσίτες στεγαστικής πίστης μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο.
Οι διαμεσολαβητές στεγαστικών δανείων συγκρίνουν τα διαθέσιμα προϊόντα, προετοιμάζουν τον φάκελο χρηματοδότησης και συνοδεύουν τον πελάτη μέχρι την εκταμίευση, επιχειρώντας να κάνουν απλούστερη και ταχύτερη μια διαδικασία που μπορεί να αποδειχθεί χρονοβόρα και περίπλοκη.
Όπως δήλωσε ο κ. Καμπούρης στο Business Daily, οι πελάτες της IMS-FC κατά κύριο λόγο απαρτίζονται από νέους αγοραστές που επιθυμούν να αγοράσουν την πρώτη κατοικία τους, και δεν διαθέτουν τραπεζική εμπειρία ούτε γνωρίζουν καλά τις διαδικασίες αγοραπωλησίας.
Δεδομένου ότι η IMS διατηρεί μερίδιο αγοράς 74% και 10% στις συνολικές χορηγήσεις στεγαστικών δανείων, μεγάλος αριθμός νέων δανειοληπτών εμπιστεύεται για πρώτη φορά τις τράπεζες, μέσω των μεσιτών στεγαστικής πίστης.