Στο χάσμα ανάμεσα στις τιμές και τα εισοδήματα εντοπίζει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννης Στουρνάρας, την ουσία του προβλήματος της ακρίβειας που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά νοικοκυριά.
Όπως τόνισε σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ3, η υποχώρηση του πληθωρισμού δεν σημαίνει από μόνη της ότι οι πολίτες αισθάνονται ανακούφιση στην καθημερινότητά τους. «Η ακρίβεια δεν είναι μόνο τιμές. Είναι τιμές σε σχέση με το εισόδημα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Εξήγησε ότι, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι αυξήσεις στην ενέργεια και τα τρόφιμα επιβάρυναν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Παρότι στη συνέχεια οι τιμές υποχώρησαν, παραμένουν υψηλές σε σχέση με τα εισοδήματα, όπως είπε.
Ο κ. Στουρνάρας διαχώρισε τον ρόλο της νομισματικής πολιτικής από τις παρεμβάσεις που απαιτούνται για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) μπορεί να συμβάλει στη συγκράτηση του πληθωρισμού, όμως ο συνδυασμός τιμών και μισθών εξαρτάται από την παραγωγικότητα, την ανάπτυξη και τη διανομή του πλούτου. «Είναι υπόθεση εθνικής πολιτικής», σημείωσε, προσθέτοντας ότι οι κεντρικές τράπεζες συμβάλλουν με τις μελέτες τους και με τη διατήρηση της σταθερότητας.
Στο ζήτημα των μισθών, υπογράμμισε ότι οι αυξήσεις χρειάζονται αντίκρισμα στην παραγωγικότητα για να είναι διατηρήσιμες. Παρέπεμψε στην περίοδο πριν από την ελληνική κρίση, επισημαίνοντας ότι, πέρα από το δημοσιονομικό πρόβλημα, είχε δημιουργηθεί ανισορροπία ανάμεσα στην αύξηση των μισθών και την παραγωγικότητα.
«Αν δεν υπάρχει αντίκρισμα παραγωγικότητας και αυξάνεις πληθωριστικά τους μισθούς, δεν κάνεις τίποτα», είπε. Το ζητούμενο, σύμφωνα με όσα ανέφερε, είναι να αυξηθούν τα εισοδήματα με τρόπο που να στηρίζεται στην πραγματική παραγωγή της οικονομίας και να βελτιώνει την αγοραστική δύναμη των πολιτών.